Κάτοχος

Η φωτογραφία μου
Αγρίνιο, Αιτωλοακαρνανίας, Greece

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Τι είναι πορνεία και τι μοιχεία.


Όλοι γνωρίζουμε τη θειική εντολή «ου μοιχεύσεις», ως μία από τις 10 εντολές, που απαγορεύει ως αμαρτία τη μοιχεία. Η εντολή αυτή επαναλαμβάνεται και στην Καινή Διαθήκη από τον ίδιο τον Κύριο (Ματθ. 5:27) όσο και τον Απόστολο Παύλο (Β’ Τιμ. 3:1, Εβρ 13:4).
Οι πολλοί ερμηνεύουν ως μοιχεία την παράβαση της συζυγικής πίστεως. Δηλαδή, η μοιχεία κατ’ αυτούς προϋποθέτει νόμιμο γάμο και καταπάτηση από τον ένα των συζύγων της συζυγικής πίστεως. Επίσης, ξέρουμε ότι και η πορνεία απαγορεύεται σύμφωνα με την Αγία Γραφή (Α’ Κορ. 5:1, 9• 6:9, 15, 18, Εβρ. 13:4, 21:15).
Ως πορνεία δε οι πολλοί θεωρούν τη σεξουαλική επαφή που γίνεται έξω από το γάμο με πόρνες και επί χρήμασι.
Σύμφωνα λοιπόν με τις αντιλήψεις αυτές ως αμαρτία θεωρείται α) η παραβίαση της συζυγικής πίστεως, όταν ο δράστης είναι έγγαμος και β) η συνουσία που γίνεται εκτός του γάμου και με πληρωμή.
Κατά συνέπεια, έξω από τις ρυθμίσεις αυτές, άρα δε και νόμιμες, θεωρείται ότι ευρίσκονται οι σεξουαλικές σχέσεις που γίνονται μεν έξω από το γάμο, αλλά μεταξύ δύο ετερόφυλων ανθρώπων που «αγαπιούνται» και βέβαια δεν προϋποθέτουν καταβολή κάποιου χρηματικού τιμήματος.
Είναι όμως έτσι; Στην Αγία Γραφή οι λέξεις μοιχεία και πορνεία χρησιμοποιούνται ενίοτε αδιακρίτως, π.χ. ο Κύριος μιλώντας για το δικαίωμα εκδόσεως διαζυγίου μεταξύ δύο παντρεμένων προσώπων, όρισε ως μοναδικό λόγο την πορνεία, εννοώντας βέβαια τη μοιχεία (Ματθ. 5:32). Πάντως, ουδέποτε οι λέξεις μοιχεία και πορνεία σημαίνουν μόνο την επί χρήμασι συνουσία. Ως παράδειγμα φέρω την περίπτωση του αιμομίκτου της Κορίνθου, που συζούσε με την μητρυιά του – ασφαλώς χωρίς να την.. πληρώνει – τον οποίον ψέγει δριμύτατα ο Απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. 5:1).
Πουθενά στην Αγία Γραφή δεν δικαιώνονται οι προγαμιαίες σχέσεις εφ’ όσον γίνονται μεταξύ δύο προσώπων που «αγαπιούνται». Καί πουθενά στην Αγία Γραφή δεν θα βρούμε αμνήστευση των σχέσεων αυτών επειδή απουσιάζει η πληρωμή και γίνεται επίκληση του ερωτικού αισθήματος. Ας φέρουμε μερικά παραδείγματα: 

α) Η περίπτωση της Σαμαρείτιδος. Έχει τελέσει 5 νομίμους γάμους (επετρέπετο τούτο) και τώρα συζεί με ξένον άνδρα, ασφαλώς διότι «αγαπιούνται».
Έχει ωστόσο την συνείδησή της βαρειά, γι’ αυτό και όταν ο Κύριος της λέγει να πάει να φωνάξει τον (νόμιμο) άνδρα της, εκείνη του λέγει «ουκ έχω άνδρα», θέλουσα να κρύψει ότι συζεί παρανόμως μέ άνδρα που δεν είναι νόμιμος σύζυγός της. Καί ο Κύριος την επιβεβαιώνει, λέγοντάς της ότι είπε την αλήθεια, διότι όντως 5 άνδρες ενυμφεύθη και αυτόν που τώρα έχει δεν είναι νόμιμος σύζυγός της.
Δηλαδή ο Κύριος αρνείται πως η σχέση αυτή είναι νόμιμη καί αποδεκτή.
β) Το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου. Ο Άπ. Παύλος ήτο άγαμος. Γράφει λοιπόν για τους άγαμους άνδρες και τις χήρες γυναίκες, ότι θα προτιμούσε κι αυτοί να παραμείνουν όπως και αυτός δηλ. να μην παντρευθούν. Όμως – συνεχίζει – αν αυτό δεν το μπορούν, ένεκα της ασθενείας της σάρκας, τότε καλόν είναι να παντρευθούν. Δεν τους είπε να… βολευθούν με εξώγαμες σεξουαλικές σχέσεις ευρίσκοντας ο καθένας και η κάθε μια ένα… ταίρι έξω του γάμου.
γ) Ο ξθ’ Κανών του Μεγ. Βασιλείου. Ο Μ. Βασίλειος θεωρεί ως κώλυμα ιερωσύνης τις προγαμιαίες σχέσεις ενός Αναγνώστου – ψάλτη. Τού επιβάλλει μάλιστα για την αμαρτίαν του αυτή ενός έτους επιτίμιο. Άρα θεωρεί τις σχέσεις αυτές εκτός του γάμου ως αμαρτίαν αξίαν κατακρίσεως και παιδαγωγικής τιμωρίας.
δ) Ο δ’ Κανών του Άγ. Γρηγορίου Νύσσης. Ομιλεί για τη διάκριση μεταξύ πορνείας και μοιχείας. Καί τις δύο θεωρεί ως αμαρτία. Η διαφορά μεταξύ των είναι ότι εις μεν την πορνείαν δεν γίνεται κάποια αδικία σε βάρος τρίτου, ενώ με τη μοιχεία πλήττεται ο απατώμενος νόμιμος σύζυγος. Καμιά διάκριση δεν γίνεται με κριτήριο την καταβολή χρημάτων η την ύπαρξη αισθήματος ερωτικού.
ε) Ο κε’ Κανών του Μεγ. Βασιλείου. Προβλέπει την περίπτωσιν κάποιου ανδρός που διέφθειρε μία γυναίκα και στη συνέχεια την παντρεύθηκε. Γιά μεν την σεξουαλική σχέση, αδιάφορα αν έγινε με βιασμό η με τη θέληση της γυναίκας, τον επιτιμά αυστηρά. Εγκρίνει όμως τη διατήρηση του γάμου.
Αν η προ του γάμου σεξουαλική συνάφεια του ζευγαριού ήταν επιτρεπτή, γιατί ο Μ. Βασίλειος επιβάλλει επιτίμιο; Από τα προηγούμενα γίνεται σαφές ότι οι προγαμιαίες σχέσεις δεν εγκρίνονται από την Αγία Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας μας. Βέβαια, σήμερα οι αντιλήψεις του κόσμου διαφέρουν. Πολλοί σήμερα εγκρίνουν και θεωρούν φυσιολογικές τις σχέσεις αυτές. Δικαίωμά τους, όπως δικαίωμα και της Εκκλησίας είναι να πεί γυμνή την αλήθεια του θείου λόγου. Και ο καθείς ας πράξει κατά συνείδησιν.
+Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος, «Το σώμα του Χριστού και ο κήπος των τέρψεων», εκδ. Εγρήγορση.

Πηγή: panagiaalexiotissa.blogspot.com

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Ιερά Μονή Υπεραγίας Θεοτόκου Πεφανερωμένης Λευκάδος


Η Ιερά Μονή Φανερωμένης είναι ένα ιστορικό Μοναστήρι που βρίσκεται στη Λευκάδα. Μόλις 3 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της Λευκάδας, αποτελεί για αιώνες το θρησκευτικό κέντρο του νησιού ως το αρχαιότερο και μεγαλύτερο μοναστήρι. Η Παναγία Φανερωμένη είναι αφιερωμένη στη Κοίμηση της Θεοτόκου που είναι παράλληλα και η προστάτιδα και πολιούχος του νησιού. Είναι ανδρώο μοναστήρι με έναν Ηγούμενο και τέσσερεις μοναχούς. Ο κανονικός (επίσημος) τίτλος της Μονής είναι «Ιερά Μονή Υπεραγίας Θεοτόκου Πεφανερωμένης Λευκάδος». 
Η περιοχή που βρίσκεται το μοναστήρι, 3 χιλιόμετρα στα δυτικά της πόλης της Λευκάδας κοντά στον οικισμό Φρύνι, φιλοξενούσε στην αρχαιότητα καλλιμάρμαρο ιερό της θεάς Αρτέμιδος. Στο πέρασμα του από την περιοχή της Νικοπόλεως, στη γειτονική Πρέβεζα, ο Απόστολος Παύλος έστειλε το 63 μ.Χ. στο νησί τους τρεις βοηθούς, Ακύλα, Σωσίωνα και Ηρωδίωνα. Οι τρεις τους κάλεσαν τους Λευκαδίτες στο χώρο εκείνο και κήρυξαν τη διδασκαλία του Ιησού. Έχτισαν αργότερα ευκτήριο οίκο προς τιμή της Παναγίας δημιουργώντας έτσι την πρώτη εκκλησία στο νησί. Ο Απόστολος Παύλος χειροτόνησε το Σωσίωνα πρώτο επίσκοπο Λευκάδος.
Το 332 μ.Χ. ο τότε επίσκοπος Λευκάδος Αγάθαρχος και δύο πατέρες εγκαθίστανται στο ναό, τον επεκτείνουν και χτίζουν τα πρώτα κελιά θέτοντας έτσι τις βάσεις του μοναχισμού στο νησί. Τον 5ο μ.Χ. αιώνα παραγγέλνεται στην Κωνσταντινούπολη η εικόνα της Παναγίας. Ο σεβάσμιος Ιερομόναχος και αγιογράφος Κάλλιστος αναλαμβάνει να τη φιλοτεχνήσει. Η εικόνα θα παρουσιαστεί με θαυμαστό τρόπο μπροστά του σχεδιασμένη «αχειροποίητος» πάνω στο ξύλο και αυτός συμπληρώνει τα χρώματα, γι' αυτό και θα ονομαστεί Φανερωμένη.
Στα χρόνια που ακολούθησαν το νησί θα γνωρίσει πολλούς κατακτητές και η Μονή θα δεχθεί αλλεπάλληλα χτυπήματα και καταστροφές. Το 1734 μ.Χ και ενώ το νησί είναι υπό Ενετική κυριαρχία, χτίζεται ο κεντρικός ναός στη σημερινή του μορφή. Ο ίδιος αυτός ναός θα καεί ολοκληρωτικά το 1886 για να αρχίσει για μια ακόμη φορά η ανακατασκευή και ανακαίνιση του. Το τέμπλο κατασκευασμένο το 1887 είναι έργο του Ευστράτιου Προσαλέντη ενώ οι εικόνες προστέθηκαν αργότερα, το 1919, και φιλοτεχνήθηκαν από τους αδελφούς Χριστόδουλο και Θωμά Ζωγράφο. Η εικόνα της Παναγίας που υπάρχει σήμερα είναι αντίγραφο της θαυματουργής εικόνας, φιλοτεχνημένο από τον Ιερομόναχο Βενιαμίν Κοντράκη στο Άγιο Όρος το 1887.
Χώροι της Μονής
·         Καθολικό: Κεντρικός ναός της Μονής, αφιερωμένος στην Κάθοδο του Αγίου Πνεύματος.
·         Συνοδικό: Χώρος υποδοχής και φιλοξενίας των προσκυνητών.
·         Αρχονταρίκι: Χώρος φιλοξενίας των προσκυνητών, η μονή μπορεί να φιλοξενήσει μέχρι 50 προσκυνητές που μπορούν να διαμείνουν για ένα βράδυ.
·         Βιβλιοθήκη: Η βιβλιοθήκη του μοναστηριού φιλοξενεί περισσότερους από 2000 τίτλους, ανάμεσα στους οποίους σημαντικά βιβλία όπως
1.   Χειρόγραφο Ευαγγέλιο 15ου αιώνα
2.   Τριώδιο Ψυχοφελέστατo 18ου αιώνα
3.   Χειρόγραφο Ευαγγέλιο 17ου αιώνα
4.   Μηναίο Σεπτεμβρίου 18ου αιώνα
5.   Ιερό Ευαγγέλιο 18ου αιώνα
6.   Θείο και Ιερό Ευαγγέλιο 17ου αιώνα
7.   Θείο και Ιερό Ευαγγέλιο 17ου αιώνα
8.   Χειρόγραφο βιβλίο ψυχωφελές του 1691
·         Παρεκκλήσι Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη: Μικρός βυζαντινός ναός με τρούλο στον οποίο φυλάσσονται Ιερά Λείψανα.
Πηγή: Βικιπαίδεια

http://www.imli.gr/metropolis/monasteries/monastery_faneromenis/

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης

Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 - 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ. ή το 305 μ.Χ. ή (το πιο πιθανό) το 306 μ.Χ.

Τὸ 296 μ.Χ. ἢ τὸ 306 μ.Χ., ὁ Μαξιμιανός, ὁ τότε τετράρχης καὶ μετέπειτα αὐτοκράτορας Γαλέριος Μαξιμιανός, συνέλαβε τὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ τὸν ἐκρατοῦσε φυλακισμένο σὲ ἕνα δημόσιο λουτρὸ κοντὰ στὸ στάδιο τῆς πόλεως, ἐπειδὴ ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐπίστευε στὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀλλὰ καὶ ἔκαμε κήρυγμα φέρνοντας κοντὰ στὸ Χριστὸ πολλοὺς εἰδωλολάτρες. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ὁ αὐτοκράτορας Διοκλητιανὸς εἶχε ἐκδώσει διάταγμα μετὰ ἀπὸ παρότρυνση τοῦ Μαξιμιανοῦ, ποὺ οὐσιαστικὰ ξεκινοῦσε ἄλλον ἕναν διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν.
Στὴ Θεσσαλονίκη, τὸν καιρὸ τῆς συλλήψεως τοῦ ἁγίου Δημητρίου, γίνονταν ἀγῶνες γιὰ νὰ ἑορτασθῇ ἡ νίκη τῆς Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ἐνάντια στοὺς Σκῦθες. Ἐκεῖ, ὁ Λυαῖος, ἕνας εἰδωλολάτρης παλαιστής, περηφανευόταν γιὰ τὸ μέγεθος καὶ τὴ δύναμη τοῦ σώματός του, καὶ προκαλοῦσε τοὺς θεατὲς τοῦ σταδίου γιὰ νὰ παλέψουν μαζύ του. Ὁ Νέστωρ, ἕνας νεαρὸς στρατιώτης ποὺ ἐγνώριζε τὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ ἦταν μαθητής του, ἐπισκέφθηκε τὸν ἅγιο στὴ φυλακὴ καὶ τοῦ ἐζήτησε τὴν εὐλογία του γιὰ νὰ παλέψει μὲ τὸν Λυαῖο. Ὁ ἅγιος Δημήτριος ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἔδωσε μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν εὐλογία του στὸν Νέστορα, καὶ τοῦ εἶπε «καὶ τὸν Λυαῖο θὰ νικήσῃς καὶ γιὰ τὸν Χριστὸ θὰ μαρτυρήσῃς».
Μέσα στὸ στάδιο, ὁ Νέστωρ εἶπε «ὁ Θεὸς Δημητρίου βοήθει μοι…», καὶ ἐπάλεψε μὲ τὸν Λυαῖο. Ἀφοῦ ἐνίκησε ὁ μικροκαμωμένος Νέστωρ τὸν γίγαντα Λυαῖο καὶ ὁ Γαλέριος Μαξιμιανὸς ἔμαθε τὶ εἶχε συμβεῖ, διέταξε νὰ σκοτωθῇ ὁ ἅγιος Νέστωρ, μὲ τὸ ἴδιο τὸ ξίφος του, ἔξω ἀπὸ τὴ χρυσῆ Πύλη, καὶ νὰ θανατωθῇ μὲ λόγχες ὁ φυλακισμένος στὸ δημόσιο λουτρὸ ἅγιος Δημήτριος. Γράφουν μάλιστα οἱ συναξαριστὲς ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος, ὅπως εἶχε σηκώσει τὸ δεξί του χέρι, ἔλαβε τὸν πρῶτο λογχισμὸ στὴ δεξιὰ πλευρά του, ὅπως ὁ Χριστὸς πάνω στὸ σταυρό.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὁ ἁγιορείτης, ἀναφέρει ὅτι ὁ Λοῦπος, ἕνας μαθητὴς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἔχρισε τὸ πανοφῶρι καὶ τὸ δακτυλίδι τοῦ ἁγίου στὸ μαρτυρικό του αἷμα καὶ ἐκαμε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ πολλὰ θαύματα. Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ αὐτοκράτορας, διέταξε τὴ σύλληψή του καὶ ὁ ἅγιος Λοῦπος ἐμαρτύρησε στὴν περιοχὴ τοῦ τριβουναλίου.
Τὸ σῶμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐνταφιάσθηκε κρυφὰ ἀπὸ κάποιους πιστοὺς χριστιανοὺς στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου του. Σὲ ἐκεῖνο τὸ δημόσιο λουτρὸ ἐξεκίνησε νὰ ἀναβλύζῃ μῦρο ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ ἁγίου Δημητρίου, κι’ἔτσι ὁ ἅγιος ἐπῆρε τὸ προσωνύμιο «Μυροβλήτης». Μάλιστα ὅσο περισσότεροι χριστιανοὶ ἔπαιρναν μῦρο γιὰ εὐλογία, τόσο περισσότερο αὐτὸ ἐπλήθαινε ἀντὶ νὰ ὀλιγοστεύῃ.
Τὸ 313 μ.Χ. ἐκτίσθηκε ἕνας μικρὸς ναὸς ἀφιερωμένος στὸν ἅγιο Δημήτριο στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου του. Τὸ 324 μ.Χ. στὸν ἴδιο τόπο ἐκτίσθηκε μιὰ μικρὴ τρίκλιτη «Βασιλική» καὶ τὸ 413 μ.Χ. ὁ ἔπαρχος Λεόντιος ἔκτισε στὴν ἴδια θέση μιὰ μεγάλη «Βασιλική» γιὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν ἅγιο Δημήτριο γιὰ τὴν θεραπεία τῆς ἀρρώστειας του. Τὸ 1142 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ, ὁ Κομνηνός, μετέφερε τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη στὴ Μονὴ Παντοκράτορος στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ μεγαλοπρεπὴς ἱερὸς Ναὸς κατεστράφη καὶ ἐλεηλατήθηκε πολλές φορές. Ἡ τελευταία καταστροφή του ἦταν τὸ 1917 μ.Χ. μὲ τὴν πυρκαϊὰ ποὺ ἔκαψε τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τῆς πόλεως. Ὁ περικαλλὴς σημερινὸς ἱερὸς Ναὸς ἀπεκατεστάθη στὴ μορφὴ αὐτὴ μετὰ ἀπὸ τὸ 1950 μ.Χ.. Στὰ ὑπόγεια τοῦ Ναοῦ ὑπάρχει ἡ φυλακὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ ὁ πρῶτος τάφος του. Μέσα στὸν ἱερὸ Ναὸ εὑρίσκονται τὰ τίμια λείψανα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὰ ὁποῖα μεταφέρθηκαν στὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ τὸ San Lorenzo in Campo τῆς Ἰταλίας, τὸ 1978-1979 μ.Χ., ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη Θεσσαλονίκη, κυρὸ Παντελεήμονα τὸν Β’. Κάθε χρόνο τὴν περίοδο αὐτὴ τελοῦνται πολλὲς ἑορτὲς καὶ ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις κατὰ τὴν «μεγάλη Ἑβδομάδα τοῦ ἁγίου Δημητρίου», μὲ ἀποκορύφωση τὴν ἐπίσημη Δοξολογία γιὰ τὴν ἐπέτειο τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ποὺ ἔγινε στὶς 26 Ὀκτωβρίου τοῦ 1912.
Ὁ ἅγιος Δημήτριος εἶναι ὁ πολιοῦχος καὶ προστάτης τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 26 Ὀκτωβρίου. Ἡ μνήμη τῶν ἁγίων Νέστορος καὶ Λούπου τιμᾶται στὶς 27 Ὀκτωβρίου.

Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου. Ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Τετράρχη (και έπειτα αυτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303 μ.Χ., διότι αγνόησε το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει κύκλο νέων προς μελέτη της Αγίας Γραφής.

Στη φυλακή ήταν και ένας νεαρός χριστιανός ο Νέστορας (βλέπε 27 Οκτωβρίου), ο οποίος θα αντιμετώπιζε σε μονομαχία τον φοβερό μονομάχο της εποχής Λυαίο. Ο νεαρός χριστιανός πριν τη μονομαχία επισκέφθηκε τον Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άγιος Δημήτριος του έδωσε την ευχή του και το αποτέλεσμα ήταν ο Νέστορας να νικήσει το Λυαίο και να προκαλέσει την οργή του αυτοκράτορα. Διατάχθηκε τότε να θανατωθούν και οι δύο, Νέστορας και Δημήτριος.

Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.

Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο (σε αντιδιαστολή του λευκού αλόγου του Αγίου Γεωργίου) να πατά τον άπιστο Λυαίο.


Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου είναι και το εξής. Το 1823 μ.Χ. οι Τούρκοι που ήταν αμπαρωμένοι στην Ακρόπολη της Αθήνας ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους για να χτυπήσουν με τα κανόνια τους, τους Έλληνες που βρισκόντουσαν στον ναό του Αγίου Δημητρίου, μα ο Άγιος Δημήτριος έκανε το θαύμα του για να σωθούν οι Χριστιανοί και η πυρίτιδα έσκασε στα χέρια των Τούρκων καταστρέφοντας και τμήμα του μνημείου του Παρθενώνα. Για να θυμούνται αυτό το θαύμα, ο ναός λέγεται από τότε Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης, από την λουμπάρδα δηλαδή το κανόνι των Τούρκων που καταστράφηκε.

(Σπάνια εικόνα -αντίγραφο-  Αγίων Δημητρίου - Γεωργίου μουσείου της Ιεράς Μονής Λειμώνος - Λέσβου)

πολυτκιον
χος γ’.
Μέγαν ε
ρατο v τος κιvδύvοις, σ πέρμαχοv, οκουμένη, θλοφόρε τ θνη τροπούμενον. ς ον Λυαίου καθελες τν παρσιν, ν τ σταδί θαῤῥύvας τν Νέστορα, οτως γιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστν τν Θεν κέτευε, δωρήσασθαι μν τ μέγα λεος.

Κοντ
κιον
χος β’. Ατόμελον.
Το
ς τv αμάτωv σου είθροις Δημήτριε, τv κκλησίαν Θες πορφύρωσεv, δούς σοι τ κράτος ήττητοv, κα περιέπωv τν πόλιv σου τρωτοv· ατς γρ πάρχεις τ στήριγμα.

Κ
θισμα
χος πλ. δ’. Τν Σοφαν κα Λογον.
Ε
σεβεας τος τρποις καταπλουτν, σεβεας τν πλνην καταβαλν, Μρτυς κατεπτησας, τν τυρννων τ θρση, κα τ θείῳ πθ, τν νον πυρπολομενος, τν εδλων τν πλνην, ες χος βθισας· θεν παξως, μοιβν τν γνων, δξω τ θαματα, κα πηγζεις ἰάματα, θλοφρε Δημτριε, πρσβευε Χριστ τ Θε, τν πταισμτων φεσιν δωρσασθαι, τος ορτζουσι πθ, τν γαν μνμην σου.

τερον Κθισμα
Βασιλε
τν αἰώνων εαρεστν, βασιλως νμου πσαν βουλν, ξκλινας νδοξε, κα γλυπτος οκ πθυσας· δι τοτο θμα, σαυτν προσεννοχας, τ τυθντι Λγ θλσας στερρτατα· θεν κα τ λγχ, τν πλευρν ξωρχθης, τ πθη ἰώμενος, τν πιστς προσιντων σοι, θλοφρε Δημτριε, πρσβευε Χριστ τ Θε, τν πταισμτων φεσιν δωρσασθαι, τος ορτζουσι πθ, τν γαν μνμην σου.

Μεγαλυν
ριον
Τ
ν μέγαν πλίτην κα θλητήν, τν στεφανηφόρον, κα ν μάρτυσι θαυμαστόν, τν λόγχ τρωθέντα, πλευρν ς δεσπότης, Δημήτριον τν θεον μνοις τιμήσωμεν.

τερον Μεγαλυνριον
Φύλαττε το
ς δούλους σου θλητά, μάρτυς μυροβλύτα τος μνοντάς σε εσεβς, κα ρσαι κινδύνων κα πάσης λλης βλάβης, Δημήτριε τρισμάκαρ τας κεσίαις σου.

Την μνήμη του Αγίου Δημητρίου η εκκλησία μας την τιμά στις 26 Οκτωβρίου.



Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Ο Θεός είναι μόνο Αγάπη.

Ο Θεός είναι μόνο Αγάπη.


O Θεός συγχωρεί άνευ όρων όλες τις αμαρτίες. 

Η άρνηση της συγχώρησης είναι η μόνη θανάσιμη αμαρτία.

- O Θεός είναι Αγάπη από την ίδια του τη φύση. Ο Θεός δεν κρίνει κανένα αλλά αγαπά πάντοτε όλους και όλα. Όπως ο ήλιος φωτίζει τον κόσμο επειδή είναι φως έτσι και ο Θεός αγαπά όλο τον κόσμο επειδή είναι Αγάπη.
Είναι αδύνατο ο άνθρωπος να εμποδίσει την διάχυση της Αγάπης του Θεού όπως είναι αδύνατο να εμποδίσει τη λάμψη του ηλιακού φωτός. Είναι δυνατόν να κρυφτεί σε μια σκοτεινή περιοχή ή να δημιουργήσει σκιά. Με ανάλογο τρόπο μπορεί να κρυφτεί από την Αγάπη του Θεού κάτω από την σκιά της αμαρτίας. Η Αγάπη του Θεού βέβαια επιμένει με μανική αγάπη να τον φωτίσει όπως και το το φως του ήλιου πέφτει αδιάκριτα σε όλα τα αντικείμενα. Ο άνθρωπος με την αμαρτία κρύβεται από την Αγάπη του Θεού. Η Αγάπη του Θεού επιμένει να κατακτήσει τον άνθρωπο.

Πολλοί χριστιανοί αντιλαμβάνονται τον Θεό ως δίκαιο και αυστηρό κριτή. Η αντίληψη σχετικά με την αυστηρότητα του Θεού είναι συχνά ανάλογη με την αυστηρότητα των γονικών προτύπων. Όσο πιο αυστηροί ήταν οι γονείς κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας τόσο πιο αυστηρό θεωρούν τον Θεό. Γι αυτό και καμιά φορά το «πάτερ ημών» εκλαμβάνεται ως «κριτά ημών» ή «δικαστά ημών» ή «αστυνόμε ημών». Είναι δύσκολο να βιώσει κανείς τον Θεό ως άνευ όρων Αγάπη όταν έχει μεγαλώσει σε αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον. Ευτυχώς η δυσκολία αυτή ξεπερνιέται μέσα από την χαροποιό εμπειρία της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Η Χάρη του Θεού διδάσκει βιωματικά ότι ο Θεός είναι μόνο Αγάπη. Η βίωση της χαρμόσυνης και γλυκιάς Αγάπης του Θεού ησυχάζει, αναπαύει, θεραπεύει, δικαιώνει, ανακαινίζει, τελειοποιεί, αφθαρτίζει και θεοποιεί τον άνθρωπο.

Η Αγάπη του Θεού δεν αναιρεί το νόημα και τη σημασία της αμαρτίας. Αμαρτία είναι οποιαδήποτε πράξη ή σκέψη ή εμπειρία επισκιάζει την Αγάπη του Θεού. Η αμαρτία προκαλεί την απομάκρυνση από το Θεό η οποία βιώνεται και ως εγκατάλειψη από το Θεό ή άρση της Χάριτος. Η απομάκρυνση ανθρώπου-Θεού επιφέρει τον σκοτασμό της ύπαρξης. Ο σκοτασμός αυτός βιώνεται ως υπαρξιακό κενό, βαρύτατη θλίψη και πρόγευση θανάτου. Διότι η ζωή πηγάζει από την παρουσία του Θεού. Μακριά από το Θεό και χωρίς Αυτόν η ζωή βιώνεται ως θάνατος. «Όπως δηλαδή ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα είναι θάνατος του σώματος, έτσι και ο χωρισμός του Θεού από την ψυχή, είναι θάνατος της ψυχής» Αγ Γρηγόριος ο Παλαμάς: Προς τη μοναχή. Ξένη Φιλοκ Δ' σελ 247, Μτφρ Γαλίτη, Εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας». Ο θάνατος της ψυχής δεν είναι τιμωρία του Θεού αλλά αυτοτιμωρία του ανθρώπου. Αυτό που μας καταδικάζει είναι η άρνηση του φωτός της θείας Αγάπης. «Και η κρίση είναι τούτη: Ότι, ενώ ήρθε το φως στον κόσμο, οι άνθρωποι αγάπησαν το σκοτάδι περισσότερο παρά το φως» Ιωαν. Γ' 19

Εφόσον υπάρχουμε αμαρτάνουμε. Όταν έχουμε ζωντανή, προσωπική σχέση με τον Θεό προσμετράμε συνεχώς βιωματικά το πόσο κοντά ή μακριά βρισκόμαστε από τον Θεό. Αναπόφευκτα. Όπως συναισθανόμαστε συνεχώς το πόσο χαρούμενοι ή λυπημένοι είμαστε με ανάλογο τρόπο συνειδητοποιούμε το πόσο πλησιάζουμε ή απομακρυνόμαστε από το Θεό. Βέβαια καλό είναι να έχουμε υπόψη μας ότι η απομάκρυνση από το Θεό απεργάζεται και πάλι την εγγύτητα στο Θεό. Διότι όσο πιο μακριά βρισκόμαστε τόσο περισσότερο χρειαζόμαστε την Παρουσία Του και τόσο περισσότερο μας καταδιώκει το έλεός Του.


Σχήμα: Η παράδοξη πορεία της ασωτείας.

Αν υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε στο σημείο Α ενός μικρού νησιού. Όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από το σημείο Α τόσο περισσότερο το πλησιάζουμε. Η πορεία απομάκρυνσης είναι και πορεία επιστροφής. Στο σημείο Β αισθανόμαστε πολύ μακριά από το Α. Όμως στην πραγματικότητα είμαστε πιο κοντά από ότι νομίζουμε. Με ανάλογο τρόπο είναι αδύνατο να απομακρυνθούμε αληθινά από τον Θεό.

Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την Αγάπη του Θεού. Διότι η Αγάπη Του μας περιέχει, είναι παντού, πάντοτε και τα γεμίζει όλα. Το διάστημα της απόστασης που προξενεί η αμαρτία το καλύπτει η υπερβολή της Αγάπης του Θεού για τον αμαρτωλό. Το μέγεθος και η ένταση της Αγάπης του Θεού είναι ανάλογο με το μέγεθος της απομάκρυνσης μας από Αυτόν.

Η αμαρτία πυροδοτεί μέσα μας την ανάγκη επιστροφής στο Θεό. Με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι και ο διάβολος χωρίς να το θέλει υπηρετεί το έργο και το σχέδιο του Θεού. Η οδύνη και η θλίψη της αμαρτίας γίνονται κίνητρο επιστροφής δηλαδή μετανοίας. Η μετάνοια είναι η διάθεση, η ανάγκη και η παρόρμηση για επιστροφή. Η μετάνοια δεν είναι η θεωρητική επίγνωση της παράβασης του εκκλησιαστικού, ηθικού κανόνα αλλά η βιωματική μεταστροφή της ύπαρξης προς τον Θεό. Μετάνοια είναι η εναγώνια επίκληση του Θεού, η παρακλητική κραυγή απόγνωσης που γεννά η γεύση της απουσίας Του. Η απεγνωσμένη, μετά δακρύων εκζήτηση της επαναβίωσης της Χάρης. Οι αλάλητοι στεναγμοί που ανακύπτουν στα φλογισμένα σύνορα της απουσίας και της παρουσίας Του.

Το μωρό όταν βρίσκεται στην αγκαλιά της μητέρας του μπορεί να ασχολείται ή να παίζει με διάφορα παιχνίδια. Δίνει την εντύπωση ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για τα αντικείμενα παρά για την μητέρα του. Όταν όμως η μητέρα το αφήσει και απομακρυνθεί το μωρό παραπονιέται, κλαίει και ουρλιάζει για να επιστρέψει και πάλι στην αγκαλιά της. Έτσι και εμείς όσο βρισκόμαστε στην αγκαλιά του Θεού φαίνεται πως αδιαφορούμε γι Αυτόν. Όταν όμως νιώσουμε την απομάκρυνση και την εγκατάλειψη στρεφόμαστε και πάλι προς Αυτόν και του φωνάζουμε και τον παρακαλούμε να μας πάρει και πάλι στην αγκαλιά Του. Η ψυχή μας βρίσκει ανάπαυση και ουσιαστική χαρά μόνο στην αγκαλιά Του. Αυτή η αγκαλιά είναι ο παράδεισος, η βασιλεία των ουρανών, η γλυκιά αιωνιότητα της αδιάπτωτης, Θείας Αγάπης.

-Δεν υπάρχει αμαρτία που δεν συγχωρείται από το Θεό. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλες οι αμαρτίες είναι συγχωρημένες άνευ όρων, a priori , από την άπειρη Αγάπη και το έλεος του Θεού. Διότι οποιαδήποτε αμαρτία είναι ελάχιστη και ασήμαντη μπροστά στο άπειρο και παντοδύναμο έλεος του Θεού. Είναι αδύνατον ο άνθρωπος να μολύνει τη θάλασσα φτύνοντας το πέλαγος. Είναι αδύνατον η αμαρτία να μολύνει με οποιοδήποτε τρόπο την Θεϊκή Αγάπη. Δεν ζητάμε από το Θεό να μας συγχωρέσει για να ενεργήσει ο Θεός την συγχώρηση. Ο Θεός είναι από τη φύση Του συγχώρηση και συν-χωρεί μέσα στην Αγάπη Του τα πάντα, πάντοτε. Ζητάμε συγχώρηση για να ενεργήσουμε εμείς τη δυνατότητα που μας έχει δωριθεί να αποδεχόμαστε τη Χάρη Του. Όταν αμαρτάνουμε εμείς αλλοιωνόμαστε. Όταν μετανοούμε εμείς ενεργοποιούμε την δυνατότητα αποδοχής της Χάρης. Το κόστος της αμαρτίας είναι απροσμέτρητο και ασύλληπτο. Οι συνέπειες της αμαρτίας είναι θανατηφόρες. Όχι διότι ο Θεός μας τιμωρεί αλλά επειδή εμείς αυτοβυθιζόμαστε σε εξώτερο σκότος. Όταν αμαρτάνουμε διακόπτουμε τη σχέση μας με το Θεό, διώχνουμε τη Θεία Χάρη και παραδιδόμαστε στο θάνατο κατά τον Απόστολο Παύλο «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος». Και ο Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει πως θάνατος είναι το «διαζευχθήναι την ψυχήν της θείας Χάριτος και τη αμαρτία συζηγήναι».

Η αμαρτία τραυματίζει τη σχέση μας με το Θεό εξαιτίας της δικής μας αδυναμίας και όχι εξαιτίας της τιμωρητικής διάθεσης του Θεού. Ο Θεός ποτέ δεν παύει να διαχέει σε όλους και όλα την ζωοποιό Αγάπη Του. Ο άνθρωπος με την αμαρτία παύει να είναι δεκτικός της Χάρης. Με την μετάνοια όμως επιτρέπει και πάλι στο Θεό να τον φωτίσει με την Χάρη Του. Με κάθε επιστροφή ο Θεός μας αποδέχεται άμεσα και απόλυτα.

Ένας αδελφός δήλωσε στον αββά Ποιμένα: «Έκανα μεγάλη αμαρτία και θέλω να ακολουθήσω μετάνοια επί τρία χρόνια». Του λέει ο γέρων: «Πολύ είναι». Και του είπε ο αδελφός: «Αλλά έως ένα έτος»; Και είπε : «Πολύ είναι». Οι δε παριστάμενοι έλεγαν: «Έως σαράντα μέρες»; Και πάλι είπε: «Πολύ είναι». Είπε δε: «Εγώ λέγω, ότι εάν μετανοήσει άνθρωπος από όλη την καρδιά και δεν συνεχίζει να πράττει την αμαρτία και σε τρεις μέρες τον δέχεται ο Θεός». (Θα ρισκάριζα να συμπληρώσω την διήγηση λέγοντας ότι ο Θεός τον δέχεται ακόμη και σε τρία δευτερόλεπτα).

Ο Θεός λαχταρά να μας ενώσει κατά Χάριν με τον Εαυτό Του. Η αμαρτία εμποδίζει την Θεία Αγάπη να μας προσλάβει και να μας αγιάσει. Εν τέλει «θανάσιμη αμαρτία» είναι μόνο η απουσία συναίσθησης της αμαρτωλότητας. Αυτό που σκοτώνει τελεσίδικα τον άνθρωπο και τον κολάζει δεν είναι η αμαρτία αλλά η παγερή αδιαφορία ως προς το θέλημα, την Παρουσία και την Αγάπη του θεού. Αυτή είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος που δεν συγχωρείται. «Πραγματικά, σας λέω, όλα θα συγχωρηθούν στους ανθρώπους, και τα αμαρτήματα και οι βλαστήμιες που θα συμβεί να εκστομίσουν. Όποιος όμως βλαστημήσει το Πνεύμα το Άγιο, γι' αυτόν δεν υπάρχει συγχώρηση ποτέ, αλλά θα είναι ένοχος αιώνιας καταδίκης». Μαρκ. Γ' 28-29

Αιώνια αυτοκαταδίκη είναι η συνεχής άρνηση της Αγάπης του Θεού μέχρι το τέλος της ζωής μας. Αν δεν δεχθούμε την Αγάπη Του, δεν Του δίνουμε την δυνατότητα να παρέμβει και να μας λυτρώσει με τη σωτήρια δύναμη της Χάρης Του. Αυτό που μας κολάζει δεν είναι η αμαρτίες που διαπράξαμε αλλά η αμετανοησία, δηλαδή η άρνηση της Χάρης. Η άρνηση είναι η βλασφημία στην οποία αναφέρεται ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Και επειδή μετά θάνατον δεν προκύπτει μέσα μας η δυνατότητα της μετάνοιας, η αποστασιοποίησή μας από τον Θεό γίνεται με τον θάνατο οριστική. Η Αγάπη του Θεού θα ήθελε να μετανοήσουμε και μετά θάνατον απλά αυτό είναι ανθρωπίνως αδύνατον. Διότι εφόσον ακόμη και ο ηλικιωμένος δυσκολεύεται να μετανοήσει πόσο μάλλον η ψυχή μετά θάνατον. Διότι η μετάνοια δεν βιάζεται μέσα από την γνώση και την απειλή. Η μετάνοια αναδύεται μέσα μας ως έρωτας Θεού εν ελευθερία.

- Η αμαρτία τραυματίζει και βλάπτει τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και όχι τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Ο Θεός είναι απαθής και η Αγάπη Του είναι τέλεια. Ο άνθρωπος πέφτοντας στην αμαρτία απομακρύνεται από την σωτήρια και ζωοποιό Αγάπη Του Θεού.
Αυτό που ζητείται πρώτιστα από τον πιστό δεν είναι η αποφυγή της αμαρτίας αλλά η αδιάλειπτη και εντατική αναζήτηση της Αγάπης του Θεού. Ο στόχος δεν είναι η πάλη κατά της αμαρτίας αλλά η αύξηση της ερωτικής έντασης που μας ενώνει με τον Θεό. Ο θείος έρωτας κατακαίει την παρόρμηση της αμαρτίας. Ο στόχος δεν είναι να αποφεύγουμε το κακό αλλά προσφεύγουμε στο καλό «Δεν γίνεσθε άγιοι κυνηγώντας το κακό. Αφήστε το κακό. Να κοιτάζετε προς τον Χριστό κι Αυτός θα σας σώσει ... Ο σκοπός δεν είναι να κάθεσθε να πλήττετε και να σφίγγεσθε, για να βελτιωθείτε. Ο σκοπός είναι να ζείτε, να μελετάτε, να προσεύχεσθε, να προχωράτε στην αγάπη, στην αγάπη του Χριστού, στην αγάπη της Εκκλησίας ... Μη κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε». π. Πορφύριος.

Είναι πολύ ωφέλιμο να μην απογοητευόμαστε μετά την πτώση στην αμαρτία. «Μη καταπέσης εις απόγνωσιν, καν μύρια ημαρτηκώς ης» λέγει ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Να μην μας εκπλήσσει και να μην μας αναστατώνει η αμαρτία. Να αναγνωρίσουμε εν ταπεινώσει την αδυναμία μας και να είμαστε προσεκτικοί ώστε να την αποφεύγουμε στο μέλλον. Η συναίσθηση της αδυναμίας, μάς βοηθά αφενός να είμαστε προετοιμασμένοι να αντισταθούμε την δύσκολη ώρα του πειρασμού και αφετέρου να μην απογοητευθούμε στην περίπτωση της πτώσης. Η αμαρτία δεν δείχνει ότι δεν αγαπάμε τον Θεό αλλά ότι η αγάπη μας δεν είναι τόσο ζωντανή, ενεργή και δυνατή ώστε να νικήσει τον πειρασμό και τις αδυναμίες μας. Η αμαρτία δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε αληθινοί χριστιανοί αλλά ότι είμαστε ακόμη αδύνατοι και δυσκολευόμαστε να ακολουθήσουμε το θέλημά Του. Η αμαρτία δεν φανερώνει ότι είμαστε ανάξιοι, άχρηστοι και ανίκανοι αλλά ότι δεν έχουμε ακόμη απελευθερωθεί από τα δεσμά του παλαιού, κοσμικού, εμπαθούς εαυτού μας.

Αυτό που μας σπρώχνει στην αμαρτία δεν είναι η πονηρία και η κακία μας αλλά η αδυναμία να ξεπεράσουμε τα πάθη μας. Μέσα από την προοπτική της ψυχολογίας μπορούμε να διακρίνουμε πολλούς παράγοντες οι οποίοι πυροδοτούν ή ενεργοποιούν τα πάθη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σύγχρονη ψυχολογία είναι η επιστήμη που διερευνά τα ανθρώπινα πάθη. Στη γλώσσα της ψυχολογίας τα πάθη είναι τα συνειδητά ή υποσυνείδητα πρότυπα (μοντέλα) σκέψης, συναισθήματος και συμπεριφοράς που δεσμεύουν την ελευθερία μας. Κατά συνέπεια δεν μας επιτρέπουν να ακολουθήσουμε το θέλημα της θείας Αγάπης. Πάθη είναι τα ψυχολογικά πλέγματα (κόμπλεξ) τα οποία έχουν παγιωθεί μέσα μας με το πέρασμα του χρόνου και περιορίζουν την ελευθερίας μας. Τα πλέγματα αυτά είναι δυνατόν να εκδηλώνονται ως εξαρτησιακές συμπεριφορές (π.χ. ναρκωτικά, τζόγος) ή ως παρορμήσεις (π.χ. ανεξέλεγκτη σεξουαλικότητα, παραβατικότητα) ή ως χρόνια αρνητικά συναισθήματα (κατάθλιψη, φοβίες, ανασφάλεια) ή έμμονες ιδέες (υπερβολική έμφαση σε ασήμαντες λεπτομέρειες, επίμονος και άγονος προβληματισμός ή αμφισβήτηση).

Μέσα από την σκοπιά της ψυχολογίας η αμαρτία δεν είναι παράβαση ηθικού κώδικα ούτε απλά και μόνο ανυπακοή στο θέλημα του Θεού ούτε αδικαιολόγητος και μάταιος υπαρξιακός αυτοτραυματισμός. Η αμαρτία συνιστά την αναπόφευκτη παρενέργεια της τραυματικής, προσωπικής ιστορίας ενός ανθρώπου που δεν έχει ακόμη την ωριμότητα, τη συγκρότηση, την υπευθυνότητα, τον αυτοέλεγχο, την ισορροπία και την εσωτερική αρμονία που θα του επέτρεπε να ακολουθήσει στην προσωπική του ζωή το θέλημα του Θεού. Η αμαρτία εκλαμβάνεται ως αδυναμία και όχι ως αδίκημα. Ο αμαρτωλός είναι ασθενής (έλλειψη σθένους) και όχι παραβάτης. Οι άγιοι βλέπουν τον αμαρτωλό ώς πάσχοντα αδελφό και όχι ως ένοχο, κακό, φταίχτη ή καλοπερασάκια.

«Αν, για παράδειγμα, βλέπετε μια γυναίκα γυμνή ή άσεμνα ντυμένη, να μη μένετε στο εξωτερικό, αλλά να μπαίνετε, στο βάθος, στην ψυχή της. Ίσως να είναι πολύ καλή ψυχή κι έχει υπαρξιακές αναζητήσεις, που τις εκδηλώνει με την έξαλλη εμφάνιση. Έχει μέσα της δυναμισμό, έχει τη δύναμη της προβολής, θέλει να εκλύσει τα βλέμματα των άλλων. Από άγνοια, όμως, έχει διαστρέψει τα πράγματα. Σκεφθείτε να γνωρίσει αυτή τον Χριστό. Θα πιστέψει, κι όλη αυτή την ορμή θα τη στρέψει στον Χριστό. Θα κάνει το παν, για να ελκύσει τη χάρη του Θεού. Θα γίνει αγία». π. Πορφύριος

Μέσα από αυτή την άνεϋ όρων αποδοχή του άλλου προσώπου ως αδελφού δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την αγάπη, τη συμφιλίωση και την αδελφοσύνη στην εκκλησιαστική κοινότητα. Η ερμηνεία και η κατανόηση του αμαρτωλού ως κακού άνθρώπου που χρειάζεται αξιολόγηση, επίπληξη (ή έστω επιτίμιο) και διόρθωση μέσα από κριτική και συμβουλευτικές παρενέσεις συνεπάγεται απογοήτευση, απομόνωση, κατάκριση και υποκρισία. Από πολλούς η αγωνιζόμενη Εκκλησία δεν βιώθηκε ως ζωντανός χώρος απροϋπόθετης Αγάπης αλλά ως νομικίστικος θεσμός ηθικής δεοντολογίας. Και αντί να βαστάζει και να παρηγορεί τον πόνο των τραυματισμένων παιδιών του Θεού έφτασε να θεωρεί την αμαρτία ως νομική παράβαση και να καταδικάζει τον αμαρτωλό. Φυσικά και για αυτή την παρακμή δεν ευθύνεται η φύση του σώματος της Εκκλησίας αλλά η αδυναμία της πλειοψηφίας των πιστών να μετέχουν στον βιωματικό ορίζοντα της απεριόριστης αγάπης του Θεού. «καί διά το πληθυνθήναι την ανομίαν ψυγήσεται η αγάπη των πολλών» Ματθ. 24,12.


Πηγή: Νικήτας Καυκιού

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Οι Άγιοι Γεώργιος & Δημήτριος


Αντίγραφο της μοναδικής εικόνας της Ελλάδος, (19ου αιώνος), που φυλάσσεται στο μουσείο της Ιεράς Μονής Λειμώνος - Λέσβου.

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ {Ο ΠΑΝΟΡΜΙΤΗΣ ΣΥΜΗΣ}

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ Ο ΠΑΝΟΡΜΙΤΗΣ ΣΥΜΗΣ

    Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ο Πανορμίτης, πέρα από τα αμέτρητα επιβεβαιωμένα Θαύματα που έχει επιτελέσει και επιτελεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια στην Ιερά αυτή Μονή της Σύμης, πραγματοποιεί (όπως θα δούμε παρακάτω) και ένα διαχρονικό (ανά τους αιώνες) και ταυτόχρονα Μοναδικό παγκοσμίως Θαύμα, σε όσους πιστούς βρίσκονται σε διάφορα μέρη του κόσμου και δεν έχουν τη δυνατότητα να έρθουν οι ίδιοι στο Μοναστήρι του. Το Μοναστήρι βρίσκεται στο Νότιο άκρο του νησιού και είναι χτισμένο στον πανέμορφο όρμο του Πανόρμου, ενώ από τους πρώτους ακόμα Χριστιανικούς αιώνες αποτελούσε ένα από τα Κέντρα τοπικής Ευσέβειας προς τους Αγγέλους. Ο σημερινός Ιερός Ναός του (εντός του Οποίου δεσπόζει, κατέχοντας φυσικές διαστάσεις, η Εφέστια Θαυματουργή Εικόνα του Ταξιάρχου Μιχαήλ), είναι χτισμένος το 1783, η δε Αγιογράφηση πραγματοποιήθηκε το 1792 από δύο αυτόχθονες Αγιογράφους, τον Ιερομόναχο Νεόφυτο και τον Κυριάκο Καρακωστή. Τέλος, πάνω από την κεντρική Πύλη της Ιεράς Μονής βρίσκεται το περίφημο Καμπαναριό του Πανορμίτη (Κτίσμα του 1911), που συγγενεύει με Ρωσικά Καμπαναριά.

    Το Μέγα λοιπόν και διαχρονικό αυτό Θαύμα που αναφέραμε παραπάνω, έχει συμβεί και συμβαίνει σε όποιον διαθέτει Αληθινή Πίστη στον Μοναδικό Αληθινό Θεό, στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Εκείνος που αδυνατεί την παρούσα στιγμή να επισκεφθεί την Ιερά Μονή, μπορεί μέσα σε ένα μικρό μπουκαλάκι, είτε από εμφιαλωμένο νερό είτε από πορτοκαλάδα (πλαστικό κατά προτίμηση, ως πιο ανθεκτικό), να τοποθετήσει Θυμίαμα, ένα χαρτί με τα «Υπέρ Υγείας» και τα «Υπέρ Αναπαύσεως» ονόματα εκείνων που επιθυμεί, ένα χαρτάκι με το Ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση ή και το τηλέφωνό του. Επίσης, μπορεί να συμπεριλάβει και ένα γράμμα προς το Μοναστήρι, για οποιοδήποτε θέμα τον απασχολεί και θα ήθελε να γίνει θέμα προσευχής στην Ιερά Μονή. Εάν επιθυμεί, τέλος, μπορεί να βάλει ακόμα και χρήματα. Αφού τοποθετήσει μέσα όλα αυτά τα Αφιερώματα για τον Ταξιάρχη και κλείσει το μπουκαλάκι, μπορεί είτε από ένα λιμάνι είτε από κάποιο πλοίο που βρίσκεται στα ανοιχτά να πετάξει το μπουκαλάκι στη θάλασσα (γενικότερα από βαθιά νερά και όχι από παραλίες, λόγω του ότι υπάρχει η πιθανότητα με το κύμα, αυτό να ξαναγυρίσει σε λίγο στη στεριά), αφού πρώτα προσευχηθεί στον Αρχάγγελο Μιχαήλ τον Πανορμίτη και του ζητήσει να το οδηγήσει ο ίδιος στο Μοναστήρι του στη Σύμη.

    Ο Πανορμίτης θα το αναλάβει και το μπουκαλάκι με τα Αφιερώματα θα φθάσει τελικά στη Σύμη, στον όρμο της Ιεράς Μονής, ή διαφορετικά θα μπλεχτεί στα δίχτυα των ψαράδων στα ανοιχτά του νησιού. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο τελικός προορισμός του θα είναι να καταλήξει άθικτο στα χέρια των ανθρώπων του Μοναστηριού, οι οποίοι με τη σειρά τους (ως επιβεβαίωση του Θαύματος, «προς Δόξαν Θεού») θα αποστείλουν ευχαριστήρια επιστολή προς τον πιστό που το έστειλε, ευχαριστώντας τον για τα Αφιερώματα. Στην Ιερά Μονή φυλάσσονται μέχρι σήμερα Αφιερώματα, που ταξίδεψαν μόνα με τον Πανορμίτη από διάφορα μέρη του κόσμου (όπως για παράδειγμα από την Αυστραλία) και από διάφορες εποχές. Τα παλιά τα χρόνια, οι πιστοί έστελναν με τον τρόπο αυτό τα Αφιερώματά τους μέσα σε γυάλινα μπουκάλια, ακόμα και σε κιβώτια!

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Ο Μέγας Αντώνιος γεννήθηκε περί το 251 μ.Χ. στην πόλη Κομά της Άνω Αιγύπτου, κοντά στη Μέμφιδα, από γονείς ευλαβείς και εύπορους.
Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.) και Μαξιμιανού (285-305 μ.Χ.) μέχρι και την εποχή του ευσεβούς αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Από την παιδική του ηλικία ήταν ολιγαρκής και αυτάρκης. Σε νεαρή ηλικία, περίπου 20 ετών, έχασε τους γονείς του. Έξι μήνες μετά την κοίμηση των γονέων του, άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή του πλουσίου νεανίσκου, στην οποία αναφέρεται, ότι ο Χριστός είπε στον πλούσιο νέο : «πώλησον τα υπάρχοντά σου και δος πτωχοίς».
Τόση μεγάλη εντύπωση προξένησε η Ευαγγελική αυτή προτροπή στην ψυχή του Αντωνίου, ώστε αμέσως μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, αφού φύλαξε τα απολύτως αναγκαία για την συντήρηση αυτού και της μικρής του αδελφής, την οποία φρόντισε να παραδώσει σε νέες που είχαν αφιερωθεί στη χριστιανική αρετή, βέβαιος ότι κοντά τους θα είναι πάντα ασφαλής. Από τότε ο Άγιος Αντώνιος άρχισε να ζει ασκητικό βίο, εργαζόμενος αδιάκοπα και υποβαλλόμενος σε αυστηρή νηστεία, για να κατανικήσει τους πειρασμούς της σάρκας, αγρυπνώντας ολόκληρη τη νύχτα και τρώγοντας ελάχιστα.
Στη συνέχεια απήλθε σε τόπο έρημο και μακρινό όπου η τροφή του ήταν ελάχιστη. Εκεί υπερνίκησε, με τη χάρη του Θεού, νέους πειρασμούς. Αργότερα πήγε κοντά στα ερείπια ενός φρουρίου και κατοίκησε σε σπήλαιο χωρίς να τον βλέπει κανένας και χωρίς να δέχεται κανέναν παρά μόνο έναν γνωστό του, ο οποίος του έφερνε κάθε έξι μήνες ψωμί για ολόκληρο το εξάμηνο. Νύχτα και ημέρα έκανε ασκητικούς αγώνες με τους οποίους νέκρωσε τα σκιρτήματα των παθών, έφτασε στο βαθμό της απάθειας, υπερβαίνοντας τα όρια της ανθρώπινης φύσης.
Μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια ασκήσεως και αφού έφθασε σε ύψη πνευματικής τελειώσεως, εμφανίσθηκε στον κόσμο και τότε άρχισαν να συρρέουν περί αυτόν πολλοί που τον θαύμαζαν ως ασκητή και θαυματουργό. Μαρτυρείται ότι, ενώ ο Άγιος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων που εξέρχονταν από το σώμα τους, καθώς και τους δαίμονες που τις οδηγούσαν. Το γεγονός αυτό είναι πολύ θαυμαστό, αφού μια τέτοια δυνατότητα είναι γνώρισμα μόνο νοερής και ασώματης φύσεως. Το έτος 311 μ.Χ., κατά τον διωγμό του αυτοκράτορα Μαξιμίνου (307-313 μ.Χ.), κατήλθε στην Αλεξάνδρεια, για να ενθαρρύνει και να βοηθήσει τους πιστούς, τους Ομολογητές και τους Μάρτυρες. Όταν έπαυσε ο διωγμός, ο Όσιος επανήλθε στην έρημο, αλλά επειδή αισθανόταν ενοχλημένος από την παρουσία πολλών, που πήγαιναν για να τον συναντήσουν, έφυγε από εκεί και ήλθε σε τόπο έρημο, ο οποίος βρισκόταν σε ψηλό βουνό, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Και εκεί όμως προσέρχονταν πολλοί για να λάβουν την ευλογία του, να διδαχθούν και να θεραπευθούν. Θεράπευσε δε τους ασθενείς «ου προστάζων, αλλά ευχόμενος και τον Χριστόν ονομάζων».

Οι ενάρετες πράξεις του έγιναν γνωστές και έφεραν πλήθος μιμητών, ώστε η έρημος μεταμορφώθηκε σε «πόλη». Σ’αυτήν την «πόλη» ο Μέγας Αντώνιος ήταν ο νομοθέτης και ιδρυτής του μοναχικού βίου. Στην έρημο γνώρισαν τον Άγιο Αντώνιο, ο Μέγας Βασίλειος και ο Μέγας Αθανάσιος.
Ο Μέγας Αθανάσιος μάλιστα, έγραψε τον βίο του.
Η φήμη του Οσίου Αντωνίου έφθασε μέχρι τους βασιλείς, τόσο ώστε ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι υιοί του, Κωνστάντιος και Κώνστας, έγραφαν σε αυτόν, σαν να ήταν πατέρας τους και τον παρακαλούσαν να τους απαντήσει. Κατά την διάρκεια του ασκητικού του βίου ποτέ δεν άλλαξε ένδυμα και ποτέ δεν ένιψε το σώμα ή τα πόδια του με νερό. Ο Όσιος, αν και αγράμματος στην ανθρώπινη σοφία, ήταν σοφός κατά Θεόν.
Δίδασκε στους μαθητές του να μην θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι, επειδή απέχουν από τα κοσμικά αγαθά, στερούνται κάτι αξιόλογο. Δεν πρέπει, έλεγε, να λησμονάμε ότι ο ανθρώπινος βίος είναι πρόσκαιρος, συγκρινόμενος προς το μέλλοντα αιώνα. Για αυτό δεν πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών, τα οποία δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας, αλλά για την απόκτηση αιώνιων αγαθών, δηλαδή της φρονήσεως, της δικαιοσύνης, της σωφροσύνης, της ανδρείας, της συνέσεως, της αγάπης.
Ο Μέγας Αντώνιος, αφού έζησε εκατόν πέντε έτη, κοιμήθηκε το 356 μ.Χ. Αν και, όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου Αντωνίου ήταν να μείνει κρυφός ο τόπος της ταφής του, οι μοναχοί που μόναζαν κοντά του, έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Πηγή: (Οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου στην έρημο)