Κάτοχος

Η φωτογραφία μου
Αγρίνιο, Αιτωλοακαρνανίας, Greece

Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Κυριακή των Αγίων Πάντων.

Υπάρχουν άνθρωποι που παρά το ότι αποδέχονται την πίστη του Χριστού, δεν έχουν αντιληφθεί καθόλου ή όσο θα έπρεπε, το θέμα της ομολογίας αυτής της πίστεως.

Η Ιερή όμως Ευαγγελική περικοπή που θα ακούσουμε την Κυριακή στους Ναούς μας, ξεκαθαρίζει το θέμα, αφού ο ίδιος ο Ιησούς τονίζει αυθεντικά: «Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. Ι΄ 32) δηλ. για καθένα που θα κάνει ομολογία για μένα μπροστά στους ανθρώπους, θα κάνω και εγώ ομολογία γι’ αυτόν μπροστά στον Πατέρα μου τον ουράνιο. Είναι μάλιστα η αλήθεια αυτή τόσο φανερή, ώστε ο Κύριος την τονίζει στον επόμενο στίχο και αρνητικά: «Όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς». Δηλ. Εκείνον δε, που θα με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον αρνηθώ και εγώ μπροστά στον Πατέρα μου τον ουράνιο.

Επομένως, αν κάποιος νομίζει ότι μπορεί να είναι οπαδός του Χριστού, άνευ της ομολογίας στη Θεότητά του και χωρίς να εφαρμόζει τις Ευαγγελικές επιταγές στη ζωή του, το μόνο το οποίο κατορθώνει, είναι να ξεγελά τον εαυτό του, με αποτέλεσμα να «εισπράξει», την άρνηση και από τον ίδιο τον Κύριο. Και ότι έτσι έχουν τα πράγματα, τούτο το επιβεβαιώνουν οι τόσοι αιώνες που πέρασαν, αλλά και τα αναρίθμητα πρόσωπα της Ιστορίας, τα οποία αφ’ ενός ομολόγησαν την πίστη τους με οποιοδήποτε κόστος, αφ’ ετέρου αρνήθηκαν τη σώζουσα αλήθεια, επιστρέφοντας στον κόσμο της ματαιότητας, της καταστροφής και της απώλειας... Τρία σημεία κυρίως υπογραμμίζονται σ’ αυτά τα λόγια του Ιησού που απευθύνονται στους μαθητές του και δι’ αυτών σα κάθε μέλος της Εκκλησίας του: το θάρρος της ομολογίας πίστεως στον Χριστό, η άρση του σταυρού επί των ώμων και η απαγκίστρωση εκ των επιγείων δεσμών· τρία σημεία που χαρακτηρίζουν όλους τους μάρτυρες και αγίους που τιμά σήμερα η Εκκλησία τη μνήμη τους.

Ας δούμε όμως, γιατί είναι αναγκαία η ομολογία της πίστεώς μας;

Γιατί τούτο είναι αναγκαία προϋπόθεση της σωτηρίας του πιστού;

Κατά πρώτον. Διότι το ορίζει ξεκάθαρα ο ίδιος ο Αρχηγός της πίστεως μας. Και αφού ο ίδιος ο Ιησούς θέτει τους όρους της σωτηρίας, καταντά τραγικό το να ζητά ο πιστός «δεοντολογία» από τον ίδιο το Θεό. Ή δέχεσαι εξ’ αρχής την αποκάλυψη του Ιερού Ευαγγελίου και τα λόγια του Ιησού ως έχουν και αγωνίζεσαι να τα εφαρμόσεις στην καθημερινότητα ή επιλέγεις την άρνηση της αλήθειας, αποδεχόμενος βέβαια στη συνέχεια, νομοτελειακά το αποτέλεσμα αυτής της ελεύθερης επιλογής σου.Αλλά υπάρχει και άλλος, δεύτερος βασικότατος λόγος, ο οποίος από ανθρώπινης πλευράς κάνει αναγκαία την ομολογία της πίστεως. Και τούτο είναι η ψυχική ανάγκη του κάθε ισορροπημένου και κανονικού ανθρώπου. Με κάθε άνεση και χωρίς φανατισμό και μισαλλοδοξία, αισθάνεται ο άνθρωπος και μάλιστα ο πιστός την εσωτερική ανάγκη «να ομολογήσει» αυτό που πιστεύει, δηλ. αυτό που τον ικανοποιεί, τον γεμίζει, και κυρίως τον χαροποιεί. Και αν η αλήθεια αυτή για πλείστα όσα θέματα που καλύπτουν τη ζωή μας, αν αισθανόμαστε την ανάγκη να ανακοινώνουμε, τουλάχιστον στο περιβάλλον μας, τόσο αυτά που μας θλίβουν και μας στενοχωρούν, όσο κυρίως αυτά που μας χαροποιούν και τονώνουν την ψυχή μας, πόσο μάλλον τούτο ισχύει όταν ο πιστός έχει βρει αυτό που πραγματικά κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο, δηλ. «τον πολύτιμον μαργαρίτην».

Και για να τονίσουμε το θέμα, ας αναφέρουμε ένα απλό παράδειγμα. Αν μια ομάδα ανθρώπων διψά λόγω ελλείψεως νερού (πράγμα που ίσως ως κοινωνία το δοκιμάσουμε, όπως δυστυχώς δείχνουν τα πράγματα), και κάποιος από την ομάδα ανακαλύψει πηγές με γάργαρο τρεχούμενο νερό, και ο ίδιος ξεδιψάσει, τί λέτε, το φυσιολογικό δεν είναι να «ομολογήσει», να οδηγήσει δηλ. και τους άλλους συνανθρώπους του «επί τας πηγάς των υδάτων»; Ή δεν θα χαρακτηρίσουμε απεριφράστως ως ασυνείδητο και εγκληματία ακόμα αυτόν που ενώ γνώρισε και γεύτηκε και ξεδίψασε, όμως δεν υπέδειξε, «δεν ομολόγησε» την αλήθεια και πραγματικότητα; Οπωσδήποτε ναι.

Αλλά υπάρχει και άλλο ένα κεφάλαιο στο θέμα της ομολογίας του Ιησού Χριστού, με τραγικά αποτελέσματα. Και τούτο είναι η χλιαρότητα. Υπάρχουν μερικοί χλιαροί χριστιανοί, ανθρωπάρεσκοι, που τους ενδιαφέρει όχι το θέλημα του Χριστού, αλλά στην κυριολεξία τους βασανίζει και τους καίει το τι θα πεί γι’ αυτούς ο κόσμος. Ο μακράν του Θεού κόσμος. Και προσπαθούν οι ταλαίπωροι με πολύ ψυχικό κόστος, να συμβιβάσουν τις δύο άκρως αντίθετες καταστάσεις. Όμως το αποτέλεσμα είναι τόσο τραγικό, αφού εμφανίζεται ξεκάθαρα ο πλεγματικός χαρακτήρας και η διχασμένη προσωπικότητα. Αλλά ερωτούμε τους ανθρωπάρεσκους αυτούς: Τι τους τιμά και τι πράγματι τους συμφέρει; Να αρέσουν στους ανθρώπους του κόσμου, που αλλάζουν ιδέες και τρόπο ζωής συνεχώς, δείκτην ξεχαρβαλωμένου ανεμοδείκτη, στους ανθρώπους που είναι ασταθείς και πλανώμενοι και παρέρχονται ανεπιστρεπτί ή να αρέσουν στον Πανάγαθο και Παντοδύναμο Κύριο; Επιτέλους, αν όχι από καθαρή αγάπη, που τούτο είναι το τέλειο, ας δούμε το θέμα από την καθαρώς ωφελιμιστική του πλευρά. Ας μη το λησμονούμε ποτέ. Κάποτε, αργά ή γρήγορα, όλοι μας, θα βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο με τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. Τη φοβερή αυτή στιγμή δεν θα μπορούν να μας σώσουν ούτε τα πράγματα του κόσμου, ούτε οι άνθρωποι στους οποίους αγωνιούμε να αρέσουμε, ούτε οι παράλογες θυσίες της ανθρωπαρέσκειας. Το μόνο που σώζει είναι η θερμή αγάπη και η ακλόνητη πίστη στον Ιησού, που εκφράζονται στη ζωή μας με τη σταθερή, αταλάντευτη και γνήσια ομολογία Του. Είθε η χάρις του Κυρίου να μας ενισχύει τον ζήλο, ώστε μέρα με την ημέρα να σφυρηλατείται μέσα στην καρδιά μας το χάρισμα της Ορθοδόξου Χριστιανικής μας ομολογίας.

Αμήν.


Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,

Ιεροκήρυξ της Ι. Μητρ. Δρυϊνουπόλεως,

Πωγωνιανής και Κονίτσης


* Στην εικόνα (η τελευταία κάτω δεξιά) παριστάνεται η σύναξη των Αγίων Πάντων, θέμα που αποτελεί τμήμα της Δευτέρας Παρουσίας και έχει καθιερωθεί ήδη από το 15ο αιώνα.Το άνω τμήμα το καταλαμβάνει σε κυκλική διάταξη η δόξα του Χριστού στο κέντρο, και γύρω οι χοροί των δικαίων. Η Ετοιμασία του θρόνου βρίσκεται πάνω από τη δόξα και οι δύο προφήτες Δαβίδ και Σολομών γονατιστοί με ανοιχτά ειλητάρια. Κάτω εικονίζεται ο παράδεισος, τοπίο ειδυλλιακό με δένδρα και άνθη, και οι προπάτορες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ καθισμένοι σε θρόνους. Μεταξύ τους παρεμβάλλεται ο ληστής, ντυμένος μόνο με περίζωμα και κρατώντας το σταυρό. (Γυμνός από αρετές, αλλά πρώτος στο παράδεισο).



1.η_αναφερθείσα_ευαγγελική_περικοπή
2.διαβάστε_επίσης

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

Ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου Λέσβου.

Γύρω στο δέκατο με ενδέκατο αιώνα, όταν το Βυζαντινό κράτος μεσουρανούσε, οι Σαρακηνοί πειρατές βρίσκονταν κι αυτοί στις δόξες τους. Λυμαίνονταν τα νησιά του Αιγαίου, λήστευαν, έκαιγαν κι αιχμαλώτιζαν ανθρώπους, πού τους προόριζαν για τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.

Η Λέσβος, πλούσια κι ελκυστική, είχε γίνει διαλεχτή λεία των κουρσάρων. Στην τοποθεσία Λεσβάδος, κοντά στο Μανταμάδο*, υπήρχε μια αρχαία πολιτεία, ο Στένακας, και όχι πολύ μακριά της υπήρχε ένα μοναστήρι, των Ταξιαρχών, πού ή ίδρυση του χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Το ιστορικό του το μαθαίνουμε από τη ζωντανή τοπική παράδοση, πού έφτασε ως τις μέρες μας.

Ήταν οχυρωμένο σαν κάστρο με τείχη και πύργο, κι από νωρίς είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον των πειρατών, πού το 'χαν βάλει πείσμα να το πατήσουν.

Έτσι κάποια άνοιξη, ο αρχιπειρατής Σιρχάν, ένας άγριος και μελαμψός γίγαντας, ζωσμένος το μπαλτά και τη σπάθα, κάλεσε το τσούρμο του και τους είπε:

- Αυτή τη φορά, το δίχως άλλο, θα μπούμε στο μοναστήρι. Εγώ θέλω μόνο το χρυσό ποτήρι, πού λειτουργάνε οι καλόγεροι, για να πίνω το κρασί μου. Όλα τ' άλλα δικά σας.

Ό ίδιος δεν θα 'παιρνε μέρος στην επιχείρηση. Δεν καταδεχόταν τέτοιες μικροδουλειές.

Έβαλαν πλώρη για τη Λέσβο. Πλησίασαν το μοναστήρι μεσάνυχτα και κρύφτηκαν στα δέντρα.

Στο μεταξύ οι καλόγεροι, ανέμελοι από την ησυχία του χειμώνα, δεν φύλαγαν το μοναστήρι όπως έπρεπε. Κάποια στιγμή χτύπησε το σήμαντρο, πού καλούσε τους μοναχούς στην ορθρινή ακολουθία. Τα βήματα τους ακούστηκαν ρυθμικά στον ξύλινο εξώστη, καθώς κατέβαιναν στην εκκλησία. Σε λίγο όλα ησύχασαν.

Τότε o αρχηγός έδωσε το σύνθημα. Ένας πειρατής έριξε το γάντζο, σκαρφάλωσε στα τείχη, πήδηξε στην αυλή και άνοιξε τη μεγάλη καστρόπορτα. Οι κουρσάροι όρμησαν με αλαλαγμούς στην εκκλησία. Πριν συνέλθουν οι μοναχοί από τον αιφνιδιασμό, περνούσαν από τη ζωή στο θάνατο...

Ένα δόκιμο καλογέρι, ο Γαβριήλ, βρισκόταν στο ιερό. Γρήγορος κι ευκίνητος, σκαρφάλωσε στη στέγη του ναού. ΟΙ πειρατές τον ακολούθησαν. Τότε όμως ακούστηκε μια δυνατή βουή, και η σκεπή μετατράπηκε θαυματουργικά σε φουρτουνιασμένο πέλαγος. Πάνω στ' αφρισμένα κύματα ένας πελώριος και αγριωπός Στρατιώτης, με σπάθα πού έβγαζε φωτιές, όρμησε εναντίον τους. Εκείνοι παράτησαν αμέσως όπλα και κλοπιμαία κι έφυγαν πανικόβλητοι. Ο Γαβριήλ, ο μόνος πού απέμεινε ζωντανός από την τραγωδία, συγκλονισμένος από το θαύμα του αρχαγγέλου πλησίασε και πρόσπεσε στο εικονοστάσι του. Όταν συνήλθε από την ταραχή, σήκωσε τα μάτια. Αλλά τι πρόσωπο ήταν αυτό; Αν και ζωγραφισμένο, φαινόταν ζωντανό κι είχε μια θεϊκή γλυκύτητα.

Ο δόκιμος επιθύμησε να το ζωγραφίσει.

- Ταξιάρχη μου, παρακάλεσε, μεσίτευσε στον Κύριο ν' αναπαύσει τους αδελφούς μου. Κι έμενα αξίωσε με ν' απεικονίσω την εξαίσια μορφή σου.

Αμέσως, σαν να φωτίστηκε από τον αρχάγγελο, πήρε ένα σφουγγάρι, μάζεψε μ' αυτό ευλαβικά το αίμα των μοναχών σε μια λεκάνη, το ανακάτεψε με ασπρόχωμα και άρχισε να πλάθει την εικόνα του.

Από την αρχή της εργασίας ένιωσε αισθητή τη βοήθεια του Ταξιάρχη. Τα χέρια του, σαν να τα οδηγούσε αόρατη δύναμη, σχημάτιζαν γρήγορα και σταθερά με τον πηλό το πρόσωπο του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Το πρόσωπο εκείνο πού είδε στη σκεπή του ναού, το αγριωπό, αλλά με τη θεϊκή χάρη.

Ενώ στο μοναστήρι του Ταξιάρχη παιζόταν αυτό το δράμα, η ζωή στους γύρω συνοικισμούς συνεχιζόταν ήσυχη. Μόνο ένα τσοπανόπουλο, καθώς αγνάντευε τη θάλασσα από μια κορυφή, είδε κουρσάρικα καράβια λίγο πιο μέσα άπ' την ακτή.

Πήδηξε στ' άλογο του και κάλπασε προς τη μονή για να ειδοποιήσει τους μοναχούς να φυλαχθούν. Το θέαμα όμως πού αντίκρισε, τον έριξε κάτω λιπόθυμο.

Όταν συνήλθε, έτρεξε και ειδοποίησε τον Αλέξη, τον άρχοντα του Στένακα, για τα συμβάντα. Εκείνος ξεκίνησε αμέσως για το μοναστήρι μ' άλλους πενήντα καβαλάρηδες.

Όταν μπήκε στο ναό τά'χασε. Είδε τους μοναχούς σφαγμένους και βαμμένους στο αίμα και τον ηγούμενο νεκρό μπροστά στην αγία Τράπεζα! Έσφιξε τα δόντια και βγήκε έξω με διάθεση να εκδικηθεί.

Πήδηξαν όλοι στ' άλογα τους κι ακολουθώντας τά χνάρια των πειρατών, πλησίασαν σ' ένα πλάτωμα. Απότομα σταμάτησαν. Το θέαμα πού αντίκρισαν τούς έκανε κι ανατρίχιασαν. Είδαν αυτούς πού καταδίωκαν, νεκρούς και σκορπισμένους σ' όλο το πλάτωμα. Μια σπαθιά, πού άρχιζε άπ' το μέτωπο κι έφτανε ως την κοιλιά, ήταν χαραγμένη στο σώμα του καθενός και τ' άνοιγε στα δύο. Η μαχαιριά σε κάθε σώμα ήταν ακριβώς ή ίδια.

Κανείς άπ' τους καβαλάρηδες δεν ρώτησε ποιος το 'κανε. Όλοι μάντευαν τον τιμωρό. Δεν είχαν αμφιβολία.

- Μεγάλη η χάρη κι η δύναμη σου, αρχάγγελε! ψέλλισαν και σταυροκοπήθηκαν.

Στο μεταξύ, δυο πειρατές, πού είχαν μείνει στην παραλία περιμένοντας τους συντρόφους τους, ανησύχησαν από την αργοπορία και ανηφόρισαν για να τους συναντήσουν.

Όταν αντίκρισαν στο πλάτωμα το μακάβριο θέαμα, γύρισαν γρήγορα στα καράβια, όπου περίμενε με αγωνία ο αρχηγός τους, και του διηγήθηκαν την τραγωδία. Μόλις τ' ακούσε εκείνος, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και ορκίστηκε εκδίκηση. Τον άλλο χρόνο έβαλε σ' εφαρμογή το σχέδιο του για την κατάληψη του Στένακα. Μια νύχτα οι πειρατές αποβιβάστηκαν αθόρυβα στην παραλία και ετοιμάζονταν να επιτεθούν τα χαράματα στη μικρή πολιτεία, πού κοιμόταν ανυποψίαστη. Αυτή την κρίσιμη ώρα επεμβαίνει και πάλι ο Ταξιάρχης. Ό Στέφανος, ο γιος του άρχοντα 'Αλέξη, πού μόλις είχε πέσει να κοιμηθεί, βλέπει μπροστά του τον αρχάγγελο. Ήταν πανώριος μες στην ολόχρυση πανοπλία του. Τα ξανθά μαλλιά του χύνονταν στους ώμους κι έδιναν στα κάτασπρα φτερά του χρυσή ανταύγεια. Στο δεξί χέρι κρατούσε πύρινη ρομφαία, ενώ τ' αριστερό ήταν σηκωμένο με τεντωμένο το δείκτη. Χαμογέλασε στο νέο και με γλυκιά φωνή του είπε:

- Σήκω πάνω, Στέφανε. Πήγαινε γρήγορα με τον πατέρα σου να ετοιμάσετε την άμυνα της πόλης. Έρχονται οι Σαρακηνοί να σας αφανίσουν. Μη φοβηθείτε! Στο πλευρό σας θα είμαστε εγώ κι ο προστάτης σου Άγιος. Θα σας προστατεύουμε και θα σας καθοδηγούμε. Οι πειρατές έχουν αράξει στον όρμο, κάτω από την πόλη σας. Λίγοι άπ' αυτούς θ' αναρριχηθούν στο κάστρο, για να εξουδετερώσουν το σκοπό της πύλης και ν' ανοίξουν την καστρόπορτα. Θα σας επιτεθούν την ώρα πού ή νύχτα παλεύει με τη μέρα. Προσοχή στην πύλη!

Τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα είπε ο Ταξιάρχης. Όταν οι κουρσάροι επιτέθηκαν, βρήκαν τους υπερασπιστές στις επάλξεις. Την ίδια ώρα ένα απόσπασμα με αρχηγό το Στέφανο, πού είχε κατηφορίσει αθόρυβα στην παραλία, έβαζε φωτιά στα πειρατικά καράβια. Οι πειρατές είδαν τη φωτεινή ανταύγεια της φωτιάς και τα 'χασαν. Ό πανικός πού ακολούθησε ήταν απερίγραπτος. Ενώ έτρεχαν προς τη θάλασσα, τους καταδίωκαν έφιπποι οι Στενακιώτες και τους αποδεκάτιζαν.

Μια ομάδα με τον αρχιληστή κατάφερε να ξεφύγει, ακολουθώντας πορεία μέσα από το δάσος. Έπεσε όμως πάνω στο απόσπασμα πού είχε Πριν λίγο κάψει τα καράβια, και βρέθηκε κυκλωμένη. Σε λίγο κι αυτοί οι πειρατές, μαζί με τον αρχιληστή, είχαν εξολοθρευτεί.

Πέρασαν αιώνες. Το μοναστήρι* ερειμώθηκε από τις αλλεπάλληλες επιδρομές των Αγαρηνών. Τον 18ο αιώνα ο μικρός παλαιός ναός αντικαταστάθηκε με νέο και μεγαλύτερο, μα η ανάγλυφη θαυματουργή εικόνα του αρχαγγέλου διασώθηκε ως τις μέρες μας, όπως ακριβώς τη φιλοτέχνησε ο δόκιμος Γαβριήλ. Διατηρεί την πρώτη ζωντάνια της και παραμένει άφθαρτη από το χρόνο κι από τους ασπασμούς χιλιάδων προσκυνητών. Στο μέτωπο και στα μαγουλά του οι πιστοί κολλάνε μεταλλικά νομίσματα, πού αφήνουν σημάδια στο πρόσωπο του, αλλά γρήγορα εξαλείφονται. Κάθε τόσο τα μάτια του αρχαγγέλου βουρκώνουν, και οι χριστιανοί σκουπίζουν με μπαμπάκι τα δάκρυα του. Το ίδιο κάνουν με τον ίδρωτα, όταν συμβαίνει το πρόσωπο του να Ιδρώνει.

Συγκλονιστικά θαύματα επιτελεί η χάρη του σ' όσους προστρέχουν με πίστη κοντά του.

Aλλά και το χτίσιμο του νέου ναού του άρχισε και τελείωσε με θαύμα:

H επιτροπή πού συγκροτήθηκε για την ανέγερση του, αποφάσισε να τον χτίσει λίγο μακρύτερα από το μοναστήρι.

Οι εργάτες άρχισαν να σκάβουν τα θεμέλια, αλλά το πρωί τα βρήκαν σκεπασμένα με χώμα, ενώ τα εργαλεία τους ήταν στην αυλή του παλιού ναού. Ξαναέσκαψαν τα θεμέλια από την αρχή. Κι όταν βράδιασε, άφησαν επίτηδες τα εργαλεία τους εκτεθειμένα, ενώ μερικοί άνδρες κρύφτηκαν στους θάμνους για να δουν τι θα συμβεί. Τα μεσάνυχτα λοιπόν είδαν κάτι ανέλπιστο: Ένα δυνατό φως σηκώθηκε από τον παλιό ναό, σχημάτισε καμπύλη και στάθηκε πάνω από τα θεμέλια. Ύστερα ακολούθησε την αντίστροφη πορεία και χάθηκε. Οι φύλακες έμειναν εκστατικοί. Συγχρόνως ένιωσαν μυρωδιά από φρεσκοσκαμμένο χώμα. Πλησιάζουν στα θεμέλια και τα βρίσκουν πάλι σκεπασμένα. Τρέχουν στο δέντρο πού ήταν κρεμασμένα τα εργαλεία, αλλά εκείνα έλειπαν. Ξεκίνησαν ζαλισμένοι για τον παλιό ναό, στο μοναστήρι του Ταξιάρχη. Είχε αρχίσει να χαράζει, όταν ακούστηκε ξαφνικά ή καμπάνα της μονής. Σταμάτησε για λίγο κι άρχισε πάλι να χτυπάει σιγά και ρυθμικά. Κι όμως, καθώς αργότερα έμαθαν, δεν τη χτυπούσε ανθρώπινο χέρι. Έφτασαν, τέλος, στο μοναστήρι και μπήκαν στην αυλή. Εκεί είδαν ακουμπισμένα στον τοίχο με τάξη τα εργαλεία, στο ίδιο σημείο πού τα είχαν βρει και την προηγούμενη μέρα. Κατάλαβαν πια πώς ήταν θέλημα του αρχαγγέλου να χτιστεί ο καινούργιος ναός στη θέση του παλιού.

H κατασκευή ξεκίνησε. Όλοι βοηθούσαν στις εργασίες, ακόμα και οι Τούρκοι. Τον σέβονταν από παλιά και τον φοβόντουσαν. Μερικοί άπ' αυτούς είχαν τολμήσει να προσβάλουν το ναό του ή να μπουν στο προαύλιο καβάλα στ' άλογο τους, και τότε τον είδαν άγριο να τους κυνηγάει και να τους διώχνει. Όταν ήρθε η ώρα να μετακινηθεί η ανάγλυφη εικόνα, στάθηκε αδύνατο. Ό Ταξιάρχης εμπόδισε κάθε προσπάθεια για μετακίνηση της. Ήθελε η εικόνα του να παραμείνει εκεί πού την τοποθέτησε ο Γαβριήλ, ο κατασκευαστής της. Οι εργασίες προχώρησαν γοργά και πλησίαζαν στο τέλος. Τα χρήματα όμως ήταν λιγοστά. Δεν έφταναν ούτε για τα μεροκάματα των εργατών. Συγκεντρώθηκαν τότε τα μέλη της επιτροπής ανεγέρσεως του ναού στο σπίτι του ταμία. Έμειναν μέχρι αργά το βράδυ προσπαθώντας να βρουν κάποια λύση. Μα έφυγαν άπρακτοι.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο ταμίας καθόταν σε μια πολυθρόνα βαρύθυμος και σκεπτικός, όταν ξαφνικά άνοιξε ή πόρτα. Ένας άγνωστος πέρασε μέσα, ανέβηκε τη σκάλα και προχώρησε στο δωμάτιο, όπου βρισκόταν το μπαούλο με τα λιγοστά χρήματα της επιτροπής. Ο ταμίας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά δεν μπόρεσε. Ένιωθε τα πόδια του καρφωμένα. Άκουσε το μπαούλο ν' ανοίγει κι ύστερα από λίγο να κλείνει. Μετά είδε τον ξένο να επιστρέφει με βήματα αργά και βαριά. Ήταν ένας νέος με σγουρά μαλλιά και ματιά φωτεινή σαν αστραπή. Φορούσε ρόδινο σακάκι και μαύρες μπότες, πού ανέβαιναν μέχρι τους μηρούς. Χαμογέλασε στο νοικοκύρη και είπε:

- Τα χρήματα για τις πληρωμές βρίσκονται μέσα στο μπαούλο.

Ύστερα κούνησε το χέρι, σαν να τον χαιρετούσε, άνοιξε την εξώπορτα και χάθηκε στο σκοτάδι.

Ό ταμίας έτρεξε στο μπαούλο. Ήταν κλειδωμένο. Το άνοιξε και τι να δει! Τρεις σειρές από φλουριά, μητζίτια και λίρες. Τα έπιασε στη χούφτα του για να βεβαιωθεί, και τ' άφησε πάλι να πέσουν.

Τα χρυσά αυτά νομίσματα, πού πρόσφερε για το ναό του ο ίδιος ο αρχάγγελος Μιχαήλ, ήταν ακριβώς όσα χρειάζονταν για να πληρωθούν τα έξοδα, μέχρι και το τελευταίο γρόσι.

Η ανέλπιστη σωτηρία.

Στα 1963, το πρωινό εκείνο της επιθέσεως των Τουρκοκυπρίων στη μαρτυρική Κύπρο, όταν μπήκε ο νεωκόρος στο ιερό προσκύνημα του Μανταμάδου για ν' ανάψει το καντήλι του Ταξιάρχη, είδε κατάπληκτος πώς η ολόσωμη εικόνα του έλειπε!

Αύτη ή απροσδόκητη εξαφάνιση προκάλεσε σύγχυση στον ευσεβή λαό και κράτησε μια βδομάδα. Ξαφνικά, η εικόνα βρέθηκε πάλι στη θέση της, όπως είχε εξαφανιστεί.

Πέρασε καιρός. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό ο νεωκόρος του Μανταμάδου άκουσε ποδοβολητό αλόγου. Βγαίνει έξω και βλέπει ένα νέο, πού μόλις είχε ξεπεζέψει, να σηκώνει στους ώμους του ένα κριάρι.

Μπήκαν μαζί στο ναό, κι ο νέος προχώρησε στην εικόνα του Ταξιάρχη, απίθωσε εκεί το κριάρι και άναψε λαμπάδα ίση με το μπόϊ του. Ύστερα γονάτισε, προσκύνησε την εικόνα και χάϊδεψε με βουρκωμένα μάτια και τρεμάμενα χείλη το ανάγλυφο πρόσωπο του αρχαγγέλου.

- Είναι ο σωτήρας μου, γυρίζει και λέει συγκινημένος στο νεωκόρο. Αυτός μ' έσωσε από τους Τούρκους.

- Πες μου, παιδί μου, τι σου συνέβη; ρώτησε μ' ενδιαφέρον εκείνος, καθώς έβγαιναν από το ναό.

- Στα τελευταία γεγονότα με τους Τούρκους, άρχισε ο νέος, υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία στην Κύπρο. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα της 12ης Αυγούστου, όταν μας ξάφνιασαν τα πυρά των Τουρκοκυπρίων. Ήμασταν πάντα σ' επιφυλακή, γιατί ξέραμε τι ύπουλος εχθρός ήταν απέναντί μας. Μας δυσκόλευαν λίγο οι βολές του πολεμικού τους ναυτικού, αλλά δεν μας έβλαψε καθόλου η αεροπορία τους. Σε λίγες ώρες ελέγχαμε την κατάσταση και προχωρήσαμε στην αντεπίθεση. Λες κι είχαμε στα πόδια μας φτερά. Τους πήραμε φαλάγγι και τους κυνηγήσαμε. Λίγο ακόμα και θα τους ρίχναμε στη θάλασσα. Ενώ τρέχαμε ακράτητοι από ενθουσιασμό και σχεδόν ακάλυπτοι, βλέπω ξαφνικά μπροστά μου, σε πέντε μέτρα απόσταση, να ξεπροβάλλει ένας ακανόνιστος όγκος. Σταμάτησα απότομα, και τότε... μέσα στο σύθαμπο της αυγής διέκρινα ένα τουρκικό πολυβολείο. Είδα την κάννη του πολυβόλου να στρέφεται πάνω μου, και, μη έχοντας που να καλυφθώ, έπεσα με το πρόσωπο στη γη, σκεπάζοντας καλά με το κράνος το κεφάλι μου. "Ταξιάρχη μου, σώσε με!", είπα μέσα μου, κι αμέσως ήρθε στο νου μου ο πατέρας μου, πού σώθηκε θαυματουργικά από βέβαιο θάνατο στο αλβανικό μέτωπο, τάζοντας στον Ταξιάρχη ένα κριάρι.

"Ταξιάρχη μου σώσε με!", μουρμούρισα πάλι, κάνοντας κι εγώ το ίδιο τάμα. Την ίδια στιγμή ένας εκκωφαντικός κρότος πήρε σχεδόν την ακοή μου. "Με χτύπησαν", σκέφτηκα, κι έφερα στο νου μου τ' αγαπημένα μου πρόσωπα... Ύστερα ένιωσα να μ' ακουμπούν, να με ψάχνουν, να με σηκώνουν. Ήταν οι δικοί μας. "Χτύπησες; Πώς είσαι;", άκουσα αμυδρά τη φωνή τους. Ψάχτηκα, μα δεν βρήκα τραύμα. Τότε θυμήθηκα το πολυβολείο. Κοίταξα προς τα κει, αλλά δεν είδα τίποτα. "Εδώ ακριβώς", φώναξα, "υπήρχε τουρκικό πολυβολείο". Πήγαμε κοντά, ερευνήσαμε, μα δεν το βρήκαμε. Στη θέση πού ορθωνόταν Πριν το πολυβολείο, υπήρχαν τώρα μόνο συντρίμμια και μια τεράστια τρύπα. Φαίνεται πώς στην κρίσιμη για μένα στιγμή, κάποια οβίδα πλοίου ή κάποιος όλμος έκανε συντρίμμια το επικίνδυνο πολυβολείο, ενώ συγχρόνως κάποια ανώτερη δύναμη με φύλαξε τελείως αβλαβή κι απ' τα πυρά κι από την έκρηξη.

Ό νεωκόρος, πού μέχρι τώρα παρακολουθούσε συγκινημένος, πήρε το λόγο:

- Ναί, παιδί μου, ήταν ο Ταξιάρχης. Αυτός σ' έσωσε. Τότε, με τα επεισόδια της Κύπρου, είχε χαθεί από δω ή εικόνα του για μια βδομάδα.

Ό νέος ταράχθηκε. Αγκάλιασε με το βλέμμα του την εικόνα του αρχαγγέλου και τα μάτια του βούρκωσαν. Ήταν ένα ακόμη "ευχαριστώ" για την ανέλπιστη σωτηρία του.

Επέμβαση του αρχαγγέλου Μιχαήλ σε εγχείρηση.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο της Λέσβου, με προσωπική παρουσία του, είναι και η θεραπεία ενός παιδιού, του Βασίλη Καραστήρη από την Αθήνα. Ενώ έπαιζε ο μικρός, έπεσε και χτύπησε άσχημα στο κεφάλι. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου διαπίστωσαν πώς είχε μείνει τυφλός και παράλυτος.

Ό διευθυντής κάλεσε τους γονείς του παιδιού στο γραφείο του και τους είπε:

- Η κατάσταση είναι σοβαρή. Χρειάζεται άμεση επέμβαση, αλλά οι ελπίδες επιτυχίας είναι σχεδόν μηδαμινές, μία ως δύο στις εκατό. Πρέπει ν' αποφασίσετε έγκαιρα, Πριν είναι αργά.

Η μητέρα ένιωσε να χάνει τον κόσμο. Ό πατέρας ρώτησε:

- Δεν υπάρχει άλλη λύση, άλλη ελπίδα, γιατρέ μου;

- Δυστυχώς, όχι.

Έσκυψε τότε και υπέγραψε. Το παιδί οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Ενώ το ετοίμαζαν για την εγχείρηση, καθώς διηγήθηκε αργότερα το ίδιο, το σκοτάδι των ματιών του διαλύθηκε, κι ένα φωτεινό όραμα πήρε τη θέση του:

Βρέθηκε μπροστά σ' ένα ναό με καμάρες, πού η πρόσοψη του ήταν χτισμένη με κόκκινες πέτρες. Από την ανοιχτή του πόρτα έβγαινε ένα εκτυφλωτικό φως. Ο Βασιλάκης πλησίασε στην πόρτα, και τι να δει! Ένα ωραίο παλικάρι, λουσμένο στο φως, είχε απλώσει τα χέρια και τον καλούσε: "Έλα Βασίλη, μη φοβάσαι, θα γίνεις καλά. Εγώ θα οδηγώ στην εγχείριση το χέρι του γιατρού." Το παιδί πλησίασε, γονάτισε μπροστά του, αγκάλιασε τα πόδια του νέου κι ακούμπησε το κεφάλι του στον αριστερό του μηρό. Τότε εκείνος άπλωσε το χέρι του και χάϊδεψε το κεφάλι του μικρού. Πριν χαθεί η οπτασία, τα παιδικά μάτια πρόλαβαν και είδαν στο βάθος του ναού μια εικόνα μαυριδερή με ασημένιες φτερούγες. Η εγχείριση πέτυχε. Η δράση και οι κινήσεις των μελών επανήλθαν. Οι γιατροί απέδωσαν την επιτυχία σε θαύμα. Ήταν 8 Νοεμβρίου, εορτή των παμμεγίστων Ταξιαρχών. Πέρασαν χρόνια. Έγιναν πολλές άλλ' άκαρπες αναζητήσεις. Ώσπου μια μέρα, σε τηλεοπτική παρουσίαση, αναγνώρισε ανέλπιστα και με συγκίνηση ο Βασίλης το ναό της οπτασίας του. Και πήγε προσκυνητής στον Ταξιάρχη, για να προσφέρει τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης του στο σωτήρα της ζωής του.

Η δύναμη της πίστεως.

Ο Γιάννης Άπήκος, από το Μανταμάδο της Λέσβου, ξενιτεμένος στη Γερμανία, ζούσε ήσυχα και χριστιανικά με τη γυναίκα του Καλλιόπη. Το Νοέμβριο του 1987 η Καλλιόπη αρρώστησε σοβαρά με βαρύ εγκεφαλικό. Μεταφέρθηκε αμέσως σε γερμανικό νοσοκομείο, όπου παρέμεινε σε κωματώδη κατάσταση για πέντε εβδομάδες. Οι γιατροί δεν της έδιναν ζωή. Ώρα με την ώρα περίμεναν το μοιραίο. Στην οικογένεια επικρατούσαν πόνος και θλίψη. Να όμως πού φάνηκε κάποια ελπίδα: Ο προστάτης του Μανταμάδου, της ιδιαίτερης πατρίδας τους, ο Ταξιάρχης Μιχαήλ. Όλη η οικογένεια γονάτισε αυθόρμητα μπροστά στο εικονοστάσι και σήκωσε τα μάτια Ικετευτικά στο εικόνισμα του αρχαγγέλου. Προσευχήθηκαν με πόνο, με πίστη, με δάκρυα. Ύστερα σηκώθηκαν γαληνεμένοι, με κάποια κρυφή ελπίδα. Απ' αυτήν όμως την ομαδική προσευχή απουσίασε ο αδελφός της άρρωστης, ο Ηρακλής. Ήταν μάρτυρας του Ίεχωβά, γι' αυτό είχε ανοίξει αθόρυβα την πόρτα κι είχε εξαφανιστεί. Πρωί-πρωί ξεκίνησαν για το νοσοκομείο. Εκεί δοκίμασαν μια έκπληξη. Η άρρωστη, πού μέχρι χθες βρισκόταν σε κώμα, είχε ανοιχτά τα μάτια και τους κοιτούσε.

- Τι συμβαίνει, Καλλιόπη; ρώτησε ο Γιάννης.

- Που πήγατε την εικόνα του Ταξιάρχη πού είχαμε στο σπίτι; ρώτησε εκείνη με δυσκολία.

- Εκεί είναι, στη θέση της.

Τότε φάνηκε ή γυναίκα να ησυχάζει, και με πολύ κόπο συνέχισε.

- Χθες το βράδυ μ' επισκέφθηκε ο Ταξιάρχης και στάθηκε εδώ, δίπλα μου. Ήταν λίγο στενοχωρημένος. Με κοίταξε πονετικά και μου είπε: "Θέλω ν' απλώσω τις φτερούγες μου και να σας σκεπάσω, αλλά δυσκολεύομαι". Με κοίταξε λίγο ακόμα κι εξαφανίστηκε. Τι συμβαίνει Γιάννη; Γιατί διστάζει ο Ταξιάρχης;

Ό Γιάννης αμέσως κατάλαβε. Το εμπόδιο ήταν ο χιλιαστής αδελφός της.

Το βράδυ τον συνάντησε, τον ενημέρωσε και, τελειώνοντας, τόνισε:

- Ό αρχάγγελος, Ηρακλή, δεν θέλει μόνο τη σωματική θεραπεία της αδελφής σου, αλλά και τη δική σου την ψυχική. Θέλει τη σωτηρία σου. Θέλει την επιστροφή σου στην ορθόδοξη πίστη. Και μαζί μ' αυτή, θέλει και την προσευχή σου για την αδελφή σου. Σε λίγο άρχισε ένας αγώνας σκληρός. Πάλευε ο χιλιαστής με την ορθόδοξη χριστιανική του συνείδηση. Η τελευταία είχε σύμμαχο την αγάπη της αδελφής του. Τελικά υπέκυψε στη δύναμη του Χριστού, γονάτισε μπροστά στο εικονοστάσι, προσευχήθηκε με δάκρυα, αναγεννήθηκε. Το πρωί βιάστηκαν όλοι να πάνε στο νοσοκομείο. Μα τι να δουν! Η άρρωστη τους περίμενε όρθια. Ο θάλαμος ήταν γεμάτος από γιατρούς και νοσοκόμες. Τα είχαν όλοι χαμένα.

- Τη νύχτα, άρχισε να λέει χαρούμενη η Καλλιόπη, άκουσα μέσα στην ησυχία δυνατό φτερούγισμα. Κοιτάζω ξαφνιασμένη, και βλέπω πάλι τον Ταξιάρχη. Τώρα όμως ήταν χαρούμενος και γελαστός. "Θα γίνεις καλά", μου είπε. Σήκωσε το χέρι του, με σταύρωσε, μου χαμογέλασε και χάθηκε. Έκανα να σηκωθώ, και είδα πώς μπορούσα. Στο θάλαμο νοσηλευόταν μια ακόμη άρρωστη. Με είδε πού περπατούσα, ήρθε και μ' αγκάλιασε. "Τα είδα όλα", μου είπε. "Είδα να σε πλησιάζει στο κρεβάτι σου κάποιος ψηλός, μαυριδερός και λευκοντυμένος άνδρας. Τον είδα να κουνάει τα χέρια του. Και ξαφνικά χάθηκε... Στην αρχή νόμισα πώς ήταν γιατρός με την άσπρη μπλούζα. Αυτός όμως ήταν ασυνήθιστα ψηλός, πάνω από δύο μέτρα. Δεν πατούσε στη γη και δεν έκαναν θόρυβο τα πόδια του. Με την παρουσία του ξεχύθηκε μια ευωδιά στο δωμάτιο. Τρόμαξα και σκεπάστηκα περισσότερο."

- Τι θα κάνουμε τώρα; ρώτησε ο Γιάννης το γιατρό.

- Δεν ξέρω, κύριε. Μόνο ένα θαύμα μπορούσε να φέρει αυτό το αποτέλεσμα. Και το θαύμα έγινε!

Την άλλη μέρα ο Γιάννης βρισκόταν κιόλας στην πατρίδα του, μπροστά στον Ταξιάρχη, κι έβρεχε την ιερή εικόνα του ευεργέτη του με δάκρυα χαράς κι ευγνωμοσύνης.

Τεκνοποίηση.

Θαυμαστές επεμβάσεις του Ταξιάρχη Μανταμάδου στη ζωή της αφηγήθηκε και η κ. Μιχαηλάρη από την Ελευσίνα.

Ήταν άτεκνη, καθώς και ή αδελφή της, κι επειδή ποθούσαν ν' αποκτήσουν παιδί, στράφηκαν με πίστη στο Θεό και στη μεσιτεία του αρχαγγέλου.

Σε μια αγρυπνία πού έκαναν προς τιμήν του Ταξιάρχη, τον παρακάλεσε με θέρμη η κ. Μιχαηλάρη για το πρόβλημα της. Τα ξημερώματα την πήρε λίγο ο ύπνος. Είδε ότι βρισκόταν στο ναό του αρχαγγέλου με την αδελφή της, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκε ο Ταξιάρχης με όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Γονάτισε αμέσως και τον παρακάλεσε να τους χαρίσει από ένα παιδί. Κι εκείνος άπλωσε το χέρι του, σαν να ήθελε να τις καθησυχάσει, και είπε:

- Μην ανησυχείτε. Κι οι δυο σας θα κάνετε παιδιά. Να ευχαριστήσετε το Θεό γι' αυτό Του το δώρο.

Σε τέσσερα χρόνια ή αδελφή της απέκτησε παιδί, η ίδια όμως όχι. Πέρασαν εννέα χρόνια, οπότε άρχισε ν' απελπίζεται. Στράφηκε τότε στην επιστήμη. Ταλαιπωρήθηκε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Πληροφορήθηκε ότι στην Αγγλία υπήρχε ένας γιατρός πού μπορούσε με εγχείρηση να οδηγήσει στην τεκνοποίηση, με πιθανότητες μία στις εκατό. Το αποφάσισε και ετοιμάστηκε για το ταξίδι. Ένιωθε όμως έλεγχο συνειδήσεως. Την τελευταία στιγμή δίστασε. Σκέφτηκε να καταφύγει στον Ταξιάρχη για να τη φωτίσει τι να κάνει. Πήγε στο ναό του, στο Μανταμάδο, και τον παρακάλεσε. Και το ίδιο βράδυ, ενώ προσευχόταν, τον είδε να βγαίνει ολοζώντανος άπ' το εικόνισμα του, μ' ένα βλέμμα παραπονεμένο, σαν να της έλεγε: "Γιατί λιγοψύχησες; Γιατί έχασες την πίστη σου και την ελπίδα στο Θεό; Δεν πείστηκες άπ' το παράδειγμα της αδελφής σου;".

"Έπεσε αμέσως μετανοημένη και ζήτησε με δάκρυα συγχώρηση. Τότε τον άκουσε να της λέει:

- Δεν θα πας έξω. Εκεί δεν πρόκειται να κάνεις παιδί. Εδώ θα το αποκτήσεις.

Σ' ένα μήνα ήταν έγκυος κι έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, τη Βαρβάρα. Όταν η μικρή ήταν έξι χρονών, πήγανε στο ναό του αρχαγγέλου για να κάνουν μια ευχαριστήρια αγρυπνία. Η μητέρα άφησε το παιδί σ' ένα κελλί για να κοιμηθεί και πήγε στην εκκλησία. Όταν τελείωσε η λειτουργία και γύρισε στο κελλί, η μικρή της είπε:

- Εσύ, μαμά, ήσουν στην εκκλησία, αλλά ο Ταξιάρχης ήταν μαζί μου όλη τη νύχτα και μου κρατούσε συντροφιά.

Αργότερα, η ευλαβής γυναίκα δοκίμασε άλλη μια θαυμαστή εκδήλωση της προστασίας του αρχαγγέλου. Ανήμερα των Ταξιαρχών το 1989, την έπιασε δυνατός πόνος στη μήτρα. Σε λίγο καιρό η κατάσταση επιδεινώθηκε. Έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις και οι γιατροί συνέστησαν να γίνει εγχείρηση. Εκείνη, μόλις το άκουσε, αρνήθηκε, κι άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί. Κατέφυγε πάλι στον Ταξιάρχη, και ζητούσε με επιμονή και πίστη το θαύμα του. Με την προσευχή ηρέμησε, κι όταν το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί, βλέπει στον ύπνο της την Παναγία -βασίλισσα στο θρόνο - και πλάι της τον Ταξιάρχη. Της χαμογελούσαν. Το πρωί ξεκίνησε για να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Έκανε πολλές εξετάσεις και περίμενε τ' αποτελέσματα. Κάποια στιγμή την κάλεσαν οι γιατροί και της είπαν:

- Δεν έχεις απολύτως τίποτα, κυρία μου. Μπορείς να πάς στο σπίτι σου...

Από τότε είναι εντελώς υγιής και δοξάζει τον Κύριο και τη χάρη του αρχαγγέλου Του.


Πρωτοπρεσβυτέρου

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ ΔΗΣΣΟΥ

Ιερατικού προϊσταμένου

Ι. Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μανταμάδου

(Τόμος Δ')


*Ο Μανταμάδος βρίσκεται σε απόσταση 37 Km από τη Μυτιλήνη και σε υψόμετρο 150μ. Το χωριό είναι κτισμένο μέσα σε λαγκαδιά και δε φαίνεται. Όχι μόνο γιατί η θέση του ήταν έτσι διαλεγμένη για να προστατεύεται από τους επιδρομείς αλλά και γιατί και το χρώμα του είναι δεμένο με τον γύρο τόπο, αφού οι πέτρες των σπιτιών προέρχονται από τα γύρω βουνά. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την καλλιέργεια της ελιάς ιδιαίτερα όμως με την κτηνοτροφία. Το όνομά του προέρχεται από την τουρκική λέξη μαντάς που σημαίνει βόδι.

* Στην εκκλησία του Αγίου φυλάγεται, σαν εθνικό και θρησκευτικό κειμήλιο, ο αρχιερατικός σάκος του εθνομάρτυρα Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε. Τον σάκο αυτό αγόρασε σε δημοπρασία ο μανταμαδιώτης μητροπολίτης Πορφύριος Φωτιάδης ο οποίος κατά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη ήταν Πρωτοσύγκελος των Πατριαρχείων. Μετά τον θάνατό του οι συγγενείς του τον δώρισαν στο Προσκύνημα. Υπάρχουν ακόμα, παλιό χρυσοκέντητο επιτραχήλιο του 1656, παλιά ευαγγέλια και εκκλησιαστικά βιβλία. Ανάμεσα στις εικόνες του ναού, αρκετές είναι του 16ου αιώνα. Η πηγή απ' την οποία αναβλύζει τα αγίασμα, θεωρείται απ' τις πιο αρχαίες της Λέσβου. Στο προσκύνημα υπάρχει και ο τάφος του μητροπολίτου Πορφυρίου με εντοιχισμένη πλάκα.

Το πανηγύρι του Ταξιάρχη γίνεται την Κυριακή των Μυροφόρων και παίρνει μεγάλη θρησκευτική λαμπρότητα. Χιλιάδες πιστών συρρέουν απ' όλα τα μέρη του νησιού με τις τεράστιες λαμπάδες τους και τα αναθήματά τους για να ευχαριστήσουν τον Άγιο. Το Πανηγύρι συνδέεται και με το αρχαιολατρικό έθιμο της ζωοθυσίας. Το ζώο σφάζεται αφού ευλογηθεί απ' τον παπά, πράο, χωρίς να προβάλλει καμία αντίσταση! Το έθιμο δείχνει πόσο παλιά είναι η λατρεία του Αγίου. Η εκκλησία γιορτάζει και στις 8 Νοεμβρίου.



Πρώτο_Βίντεο
Δεύτερο__Βίντεο
Τρίτο__Βίντεο
δείτε_επίσης_φωτογραφίες_της_ιεράς_μονής

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

Τα σημάδια της Τελικής Κρίσης και πως θα προετοιμαστούμε.


Στο κείμενο που ακολουθεί ο Χριστός αναφέρει, μετά από ερώτηση στους μαθητές του, τα σημάδια που θα ακολουθούσουν πριν της τελικής κρίσης.

Μετά από αυτό ο συγγραφέας αναφέρει κάποιες συμβουλές οι οποίες είναι πολύτιμες και θα πρέπει όλοι να τις λάβουμε σοβαρά υπόψη μας. Για κάποιους αυτές οι συμβουλές μπορεί να φανούν αστείες... ανατρέξτε όμως στο πρόσφατο παρελθόν... διαβάστε με τι τρόπους άνθρωποι κατά την διάρκεια εμφυλίων και παγκόσμιων πολέμων κατάφεραν να μείνουν ζωντανοί... και τότε θα καταλάβετε ότι κάθε άλλο παρά αστείες είναι τέτοιες καταστάσεις.

Δυστυχώς η προσήλωση στα υλικά αγαθά και η ψεύτικη σιγουριά της άνετης ζωής μαζί με τον εγωισμό, θα αποτελέσουν τα αίτια για την καταστροφή πολλών.

Ο Θεός μέσα από τον ζωντανό του λόγο μας τόνισε όμως επανειλημμένα ότι τα υλικά αγαθά είναι πρόσκαιρα. Θυμηθείτε το λόγο Αγίου μας ο όποιος ανέφερε ότι... " κάποτε θα πετάνε το χρυσάφι στις πλατείες και κανείς δεν θα το αγγίζει γιατί όλοι θα ψάχνουν για ένα κομμάτι ψωμί ".

Βέβαια το ότι παραθέτω εδώ αυτό το κείμενο δεν σημαίνει ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί σήμερα ή αύριο... ας τα έχουμε αυτά υπόψη μας και αχρείαστα ας είναι. Γιατί ο Θεός μας έχει προειδοποιήσει ότι θα ΄ρθει σαν το κλέφτη μέσα στη νύχτα...




Ιερά Μονή Υπεραγίας Θεοτόκου Φανερωμένης Λευκάδος - «Κυρά Φανερωμένη».


Τρία χιλιόμετρα δυτικά της πόλεως υψώνεται σε γραφικότατο λόφο η Ιερά Μονή της Παναγίας της Φανερωμένης. Αλλά ποιος έστησε τον θρόνο της πάνω στο αιθέριο εξώστη του Λευκαδίτικου αυτού παραδείσου; Η ιστορία είναι παλαιά φτάνει ως τους πρώτους Αποστολικούς χρόνους. Στη θέση που σήμερα είναι το Μοναστήρι, υψώνονταν καλλιμάρμαρο Ιερό της θεάς Αρτέμιδος.
Όταν ο Απόστολος Παύλος "παρεχείμασε εις Νικόπολιν" (Τιτ γ΄12) κατά την Δ΄ Αποστολική περιοδεία του το 63 μ.Χ στέλνει τρεις βοηθούς του τον Ακύλα, Σωσίωνα και Ηρωδίωνα. Οι τρεις Απόστολοι κάλεσαν τους Λευκαδίτες στον Ιερό αυτό χώρο. Κήρυξαν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας και οι Λευκαδίτες δέχτηκαν το μήνυμα του Ιησού Χριστού. Γκρέμισαν τα είδωλα και στη θέση αυτή έχτισαν τον πρώτο "ευκτήριο οίκο" προς τιμή της Παναγίας. Έτσι έχουμε την πρώτη χριστιανική εκκλησία στη Λευκάδα από τον χώρο αυτό.
Ο Σωσίων χειροτονήθηκε από τον Απόστολο Παύλο ως πρώτος επίσκοπος Λευκάδος.
Αργότερα το 332 μ.Χ στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου και μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στην Νίκαια της Βιθυνίας ήρθαν πέντε πατέρες μαζί με τον επίσκοπο Λευκάδος Αγάθαρχο που είχε λάβει μέρος στην Οικουμενική Σύνοδο και εγκαταβίωσαν οι δυο στο χώρο της Ιεράς Μονής, και τρεις άλλοι στο χωριό Αλέξανδρος, όπου ίδρυσαν το Ησυχαστήριο προς τιμή των Αγίων Πατέρων.
Οι πατέρες αυτοί οργάνωσαν τον μοναχισμό στη Λευκάδα και έχτισαν τα πρώτα κελιά, και μεγάλωσαν το ναό.
Τον 5ο αιώνα μ.Χ οι Λευκαδίτες παραγγέλνουν την εικόνα της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη. Στον σεβάσμιο Ιερομόναχο και αγιογράφο Κάλλιστο. Μετά από προσευχή και νηστεία η εικόνα φανερώθηκε στον Κάλλιστο με θαυμαστό τρόπο. Η εικόνα βρέθηκε σχεδιασμένη, "αχειροποίητος" πάνω στο ξύλο και αυτός έβαλε μόνο τα χρώματα. Γι΄αυτό η εικόνα πήρε το όνομα ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ. Μέσα στους αιώνες η Ιερά Μόνη πέρασε πολλές καταστροφές από τους Ενετούς, Φράγκους, Άγγλους. Η Ιερά Μονή της Φανερωμένης, αλλά και άλλες Μονές στη Λευκάδα και στα άλλα Επτάνησα, στάθηκαν οι πνευματικοί φάροι που φώτιζαν τον λαό να παραμείνει στην παράδοση του, στην άγια Ορθοδοξία.
Μετά το σχίσμα των εκκλησιών η Δυτική εκκλησία ξέφυγε από τον σωστό δρόμο και έτσι έπεσε σε αίρεση. Οι Δυτικοί ερχόμενοι εδώ θέλησαν να επιβάλλουν μια καινούργια πίστη, μια πίστη αιρετική με αποτέλεσμα οι Μονές αυτές να αντισταθούν. Και έτσι λοιπόν να μην έχουμε σήμερα πολλά μαρτύρια που να μαρτυρούν την μεγάλη ιστορία της Ιεράς Μονής.
Η σημερινή εικόνα είναι αντίγραφο της θαυματουργούς εικόνος της Φανερωμένης και έγινε στο Άγιον Όρος το 1887 (ο Βενιαμίν Κοντράκης Ιερομόναχος φιλοτέχνησε την Ιερά εικόνα όπως αναγράφεται στο κάτω δεξιό μέρος της Ιεράς εικόνος).
Αυτή μέσα από το ψηφιδωτό του χρόνου είναι η ιστορία της Ιεράς Μονής. Βγαλμένη από την παράδοση και από τα ιστορικά αρχεία.

φωτογραφίες_από_την_ιερά_μονή...

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη

Η Αγία Ελένη γεννήθηκε το 249μ.Χ. στο Δρέπανο Βιθυνίας στην Μικρά Ασία. Ο πατέρας της ήταν πανδοχέας. Παρόλο που η Αγία μεγάλωσε στο περιβάλλον ενός πανδοχείου, από μικρή μελετούσε τις χριστιανικές γραφές και έγινε πιστή χριστιανή.
Σε ηλικία 21 ετών, το 270μ.Χ., παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Χλωρό, ο οποίος ήταν τότε αξιωματικός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η Αγία Ελένη ακολούθησε τον σύζυγο της σε όλες τις εκστρατείες, στις οποίες η θέση του τον υποχρέωνε να λάβει μέρος. Τέσσερα χρόνια μετά τον γάμο τους, το 274μ.Χ., απέκτησαν ένα γιο τον Κωνσταντίνο. Η ιστορία έδειξε ότι ο γιος τους αυτός, έγινε ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος αυτοκράτορας του Βυζαντίου αλλά και Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος γεννήθηκε στην πόλη Ναϊσσό (στις μέρες μας η πόλη αυτή ονομάζεται Νίσσα και βρίσκεται στην Σερβική επικράτεια). Μεγάλωσε με τις χριστιανικές διδαχές της μητέρας του, την στρατιωτική εκπαίδευση του πατέρα του και τα γράμματα μεγάλων διδασκάλων της εποχής. Αυτά τα τρία διαμόρφωσαν το πνεύμα και τον χαρακτήρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ενός ανθρώπου γραμματισμένου, αξιόμαχου στρατιώτη και ταυτόχρονα φιλικά προσκείμενου στους χριστιανούς και την Χριστιανική πίστη.
Το 293μ.Χ. ο τότε αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, Διοκλητιανός, διόρισε τον πατέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Καίσαρα των δυτικών επαρχιών (Γαλατία, Ισπανία και Βρετανία) της αυτοκρατορίας. Όμως ο νόμος απαγόρευε στους ανώτατους αξιωματούχους να είναι σύζυγοι γυναικών ταπεινής καταγωγής. Έτσι μετά από 23 χρόνια γάμου, ο Κωνσταντίνος Χλωρός, έλυσε τον γάμο του με την Αγία Ελένη και παντρεύτηκε την Θεοδώρα η οποία ήταν αρχοντικής γενιάς.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η Αγία Ελένη παρέμειναν στην αυλή του Διοκλητιανού. Εκεί ο Μέγας Κωνσταντίνος συνεχίζει την εκπαίδευση του και ανέρχεται στην στρατιωτική ιεραρχία. Μετά από αγώνες, εκστρατείες αλλά και ιστορικές συγκυρίες καταφέρνει το 306μ.Χ. να ανακηρυχθεί Καίσαρας των Δυτικών Επαρχιών της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η ανοδική του πορεία συνεχίζεται και τελικά το 324μ.Χ., μετά την νίκη του στην Ανδριανούπολη επί του Λικίνου (Αυγούστου της Ανατολής), εγκαθίσταται στον αυτοκρατορικό θρόνο της Ρώμης.
Δύο είναι οι σημαντικότερες πράξεις του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η πρώτη, είναι η υπογραφή του Διατάγματος των Μεδιολάνων, το 313μ.Χ. Βάση αυτού, σταματούν οι διωγμοί εναντίων των Χριστιανών και τους επιτρέπεται να λατρεύουν τον Ιησού Χριστό, νόμιμα πλέον, στις εκκλησίες τους. Η δεύτερη σημαντική του πράξη, είναι η μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό ήταν η αρχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που έλαμψε για 1000 χρόνια και έσβησε στα χέρια ενός άλλου Κωνσταντίνου, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου το 1453μ.Χ.
Δύο χρόνια μετά την ανακήρυξη του Μέγα Κωνσταντίνου ως αυτοκράτορα, η Αγία Ελένη, ταξιδεύει στους Αγίους Τόπους με σκοπό να βρει τα μέρη που έζησε ο Ιησούς Χριστός και να τα αναδείξει. Πράγματι, στο ταξίδι της αυτό, διεξήγαγε ανασκαφές, έκτισε εκκλησίες, θεμελίωσε μοναστήρια και βρήκε τον Σταυρό του Μαρτυρίου του Κυρίου μας. Οι ναοί της Γεννήσεως και της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα, είναι δύο από τους ναούς που έκτισε η Αγία Ελένη στους Αγίους Τόπους. Μετά την δράση της εκεί, εγκαταστάθηκε στην Νικομήδεια όπου και παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο, σε ηλικία 80 ετών, το 329μ.Χ. Ο γιος της, Μεγάλος Κωνσταντίνος, βαπτίστηκε Χριστιανός λίγο πριν τον θάνατο του. Απεβίωσε στις 21 Μαΐου του 337μ.Χ. σε ηλικία 63 ετών.
Την μνήμη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης εορτάζουμε στις 21 Μαΐου.

Aπολυτίκιο του Αγίου Κωνσταντίνου:

Του Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος, και ως ό Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ό εν Βασιλεύσιν Απόστολος σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί σου παρέθετο ην περισώζε δια παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Aπολυτίκιο των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης:

Πρώτος πέφηνας, εν Βασιλεύσι, θείον έδρασμα, της ευσέβειας, απ ουρανού δεδεγμένος τo χάρισμα όθεν Χριστού τον Σταυρόν έφανέρωσας, και την Όρθόδοξον πίστιν έφήπλωσας. Κωνσταντίνε Ισαπόστολε, συν Μητρί Ελένη θεόφρονι, πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών.


διαβάστε επίσης..(1)
διαβάστε επίσης..(2)

Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

Άγιος Χριστόφορος

Ο Άγιος Χριστόφορος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου τον 3ο μ.X αιώνα. Η πατρίδα του δεν είναι γνωστή αλλά σύμφωνα με αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας, καταγόταν από βαρβαρική χώρα της Ανατολής και από φυλή ανθρωποφάγων.

Σε κάποιο πόλεμο με τους Ρωμαίους, αιχμαλωτίσθηκε και βλέποντας τους χριστιανούς να διώκονται σύμφωνα με διαταγή του Δεκίου, άρχισε να ελέγχει τους ειδωλολάτρες γι' αυτό. Eνώ τους έλεγχε, ένας υπηρέτης τον χτύπησε στο στόμα για να σταματήσει. Ο Άγιος μας με πραότητα του είπε ότι ναι μεν δεν του δίνει τώρα την ανταμοιβή που του αξίζει, διότι ο Χριστός τον δίδαξε να συγχωρεί, αλλά μπροστά στη δύναμη που του δίνει ο Χριστός, δεν μπορεί ν' αντισταθεί και ολόκληρο το βασίλειό του.

Ο δούλος μετέφερε αυτά στον αυτοκράτορα, ο οποίος θυμωμένος έστειλε διακόσιους στρατιώτες, με τη διαταγή να τον οδηγήσουν μπροστά του δεμένο.

Οι στρατιώτες βρίσκουν τον Άγιο να προσεύχεται έξω από τον Ναό των χριστιανών. Εκεί, με τη δύναμη του Θεού χόρτασε όλους τους στρατιώτες με ένα ξερό κομμάτι ψωμιού. Μπροστά στο θαύμα αυτό το στράτευμα που πήγε να αιχμαλωτίσει τον Χριστόφορο, πιάνεται τελικά απ' αυτόν.

Γεμάτος χαρά τότε ο Άγιος μας, τους δίδαξε με απλά λόγια το Ευαγγέλιο και έπειτα όλοι μαζί πήγαν στην Αντιόχεια, όπου βαπτίσθηκαν από τον Επίσκοπο Βαβύλα. Τότε ο Άγιος μας ονομάσθηκε Χριστόφορος, ενώ πρώτα ονομαζόταν Ρέπροβος, που σήμαινε άσχημος, κακομούτρης. Κάτω από την εξωτερική αυτή ασχήμια του σώματος, έκρυβε ο Άγιος μια ψυχή γενναία με αγαθή προαίρεση.

Μετά το βάπτισμα ο Άγιος Χριστόφορος οδηγήθηκε από τους στρατιώτες στον Αυτοκράτορα Δέκιο. Εκεί ο Δέκιος προσπάθησε με υποσχέσεις να τους πείσει ν' αλλάξουν την πίστη τους. Το αποτέλεσμα δεν τον ικανοποίησε και δίνει διαταγή να αποκεφαλίσουν τους στρατιώτες και να κλείσουν τον Χριστόφορο στη φυλακή.

Εκεί τον επισκέπτονται δυο πόρνες με σκοπό να του αλλάξουν την πίστη. Αλλά έγινε το αντίθετο και μετά την ομολογία των γυναικών, της Ακυλίνας και της Καλλινίκης, ότι έγιναν Χριστιανές, μαρτύρησαν για το Χριστό.

Ο Αυτοκράτορας διέταξε στη συνέχεια να ντύσουν το μάρτυρα με χάλκινο ρούχο και να τον βάλουν πάνω σε μια μεγάλη φωτιά. Αλλά η φωτιά δεν αγγίζει καθόλου τον Άγιο μας. Όταν ο ασεβής Δέκιος είδε ότι και τα άλλα μαρτύρια στάθηκαν ανίκανα να πειράξουν το σώμα του Χριστόφορου, διέταξε τον αποκεφαλισμό του. Ήταν 9 Μαΐου του έτους 292 μ.X.

Ο Άγιος Χριστόφορος περιγράφεται και εικονίζεται πολλές φορές και ως κυνοκέφαλος, προφανώς λόγω της σύνδεσής του με το έθνος των Σκυλοκεφάλων. Ο κόσμος των αυτοκινητιστών τον έχει προστάτη του και με πολλή ευλάβεια εορτάζουν την αγία μνήμη του. Κατά τον μεσαίωνα νόμιζαν ότι αρκεί κανείς να παρατηρήσει την εικόνα του Αγίου, για να προφυλαχθεί όλη την ημέρα από κάθε συμφορά. Για το λόγο αυτό τοποθετούν την εικόνα του Αγίου σε εμφανή μέρη των εκκλησιών.

Κατά την παράδοση του ελληνικού λαού ο Άγιος Χριστόφορος θεωρείται προστάτης των χωραφιών και των αμπελιών από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και ιδιαίτερα από την χαλαζόπτωση. Στους νεώτερους χρόνους, άρχισε να θεωρείται προστάτης των αυτοκινητιστών, των οδοιπόρων και του Σώματος Εφοδιασμού-Μεταφορών του Στρατού, ενώ είναι και ο πολιούχος της πόλης του Αγρινίου.

Η Εκκλησία μας τον τιμά στις 9 Μαΐου.



διαβάστε επίσης..(1)

διαβάστε επίσης..(2)

Δευτέρα 11 Μαΐου 2009

Αγία Ειρήνη η Μεγαλομάρτυς

Η Αγία Ειρήνη ήταν το μοναχοπαίδι του βασιλιά Λικινίου και της Λικινίας. Ζούσε περίπου το 315 μ.Χ. στην περιοχή Μαγεδών και οι γονείς της, που πίστευαν στον Ζωροαστρισμό, την είχαν ονομάσει Πηνελόπη. Ο πατέρας της, επειδή πίστευε ότι η κόρη του είχε ξεχωριστή ομορφιά, όταν η Αγία Ειρήνη ήταν 6 ετών την έκλεισε να ζει σε ένα ψηλό πύργο με 13 υπηρέτριες. Η οικογένειά της ήταν πολύ πλούσια και στον πύργο ακόμη και ο θρόνος, το τραπέζι και η λυχνία ήταν φτιαγμένα από χρυσάφι.

Ο Λικίνιος έφερε τον γέροντα Απελλιαννό (ή Απελλινό σε κάποιες πηγές) για να γίνει ο διδάσκαλος της Αγίας Ειρήνης. Ο Απελλιανός γρήγορα διαπίστωσε ότι ήταν πολύ έξυπνη και εύστροφη. Μια μέρα η Αγία Ειρήνη είδε ένα περιστέρι να μπαίνει στον πύργο βαστώντας ένα κλαδί ελιάς που το άφησε στη χρυσή τράπεζα. Ακολούθως μπήκε ένας αετός που βαστούσε ένα στεφάνι από πλεγμένα άνθη και το άφησε και ο αετός στο χρυσό τραπέζι. Τέλος, από ένα άλλο παράθυρο μπήκε ένα κοράκι και άφησε στο τραπέζι ένα φίδι. Η Αγία Ειρήνη απορούσε τι να σημαίνουν όλα αυτά.

Όταν ήρθε ο γέροντας Απελλιανός η Αγία Ειρήνη του περιέγραψε τι είχε συμβεί. Ο διδάσκαλός της, όπως γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, της εξήγησε ότι "το μεν περιστέρι, δηλοί την παιδείαν της γνώμης, το δε κλαδί της ελαίας, δηλοί σφραγίδα πραγμάτων και άνοιγμα, και τύπον βαπτίσματος, ο δε αετός, με το να είναι βασιλεύς των πουλίων, προεικονίζει διά μέσου του στεφάνου, την νίκην, οπού μέλλεις να κάμης διά εκλεκτά και αγαθά πράγματα. O δε κόρακας διά του οφιδίου, δηλοί, πως έχεις να δοκιμάσης θλίψιν και ταλαιπωρίαν". Όλα αυτά δηλαδή, έδειχναν ότι η Αγία Ειρήνη θα ακολουθούσε την οδό του μαρτυρίου για την Χριστιανική Πίστη.

Για την Αγία Ειρήνη, η παράδοση λέει ακόμη ότι το όνομα Ειρήνη της το έδωσε άγγελος του Θεού και της είπε ότι θα γίνει Χριστιανή και πάρα πολλές ψυχές θα σωθούν εξαιτίας της. Και όταν αποφάσισε να γίνει Χριστιανή, ένας ιερέας, με το όνομα Τιμόθεος, μπήκε κρυφά στον πύργο όταν τον κάλεσε η Αγία και την βάπτισε Ειρήνη.

Αφού έγιναν αυτά η Αγία Ειρήνη έριξε κάτω και κατέστρεψε τα είδωλα του πατέρα της. Όταν τα έμαθε αυτά ο πατέρας της ο Λικίνιος, αρχικά την εξέτασε και διαπιστώνοντας ότι επέμενε και δεν σκόπευε να προδώσει την πίστη της, διέταξε να την δέσουν και να βάλουν άλογα να την πατήσουν. Ένα απ' τα άλογα, χωρίς να πειράξει καθόλου την Αγία Ειρήνη, επιτέθηκε στον πατέρα της και τον σκότωσε, και είπε με ανθρώπινη φωνή "Μακαρία η Ειρήνη και ντροπή σε σένα σκληρόκαρδε άρχοντα". Όταν η Αγία Ειρήνη είδε ότι πέθανε ο πατέρας της, λυπήθηκε αλλά είπε σε όλους να μην φοβούνται γιατί όλα είναι δυνατά για όσους πιστεύουν (Κατά Μάρκο Θ':23, "Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι"). Έχοντας πει αυτά τα λόγια, η Αγία Ειρήνη προσευχήθηκε με θέρμη και με την χάρη του Θεού ανέστησε τον πατέρα της.

Ο Λικίνιος βαπτίστηκε Χριστιανός και μαζί του και η γυναίκα του Λικινία αλλά και ακόμη 3000 άνθρωποι. Ο Λικίνιος άφησε την βασιλεία, κατοίκησε στον πύργο που είχε φτιάξει για την κόρη του και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σε μετάνοια. Η οικογένεια της Αγίας Ειρήνης έκανε ελεημοσύνες, νηστείες, προσευχές και προσπάθησαν να ζήσουν ενάρετα και χριστιανικά.

Τη θέση του βασιλιά πήρε ο Σεδεκίας. Αυτός προσπάθησε να αναγκάσει την Αγία Ειρήνη να θυσιάσει στα είδωλα και όταν είδε ότι δεν το κατάφερνε, την έριξε με το κεφάλι κάτω σε ένα πολύ βαθύ λάκο με φίδια και άλλα ερπετά. Η Αγία Ειρήνη δεν τραυματίστηκε από την πτώση, πέρασε 14 μέρες εκεί και βγήκε χωρίς να έχει πάθει τίποτα – τα ερπετά δεν την πείραξαν καθόλου.
Τότε ο Σεδεκίας έβαλε να πριονίσουν τα πόδια της Αγίας Ειρήνης, αλλά με τη θεία χάρη θεραπεύτηκε σαν να μην της είχαν κάνει τίποτα. Μετά την έδεσαν σε ένα τροχό με μαχαίρια που περιστρεφόταν με τη δύναμη ενός χείμαρρου, αλλά το νερό σταμάτησε να κυλάει και ο τροχός δεν έβλαψε την Αγία Ειρήνη. Με αυτά τα θαύματα όλοι έμειναν έκπληκτοι και 8000 άνθρωποι πίστεψαν στον Χριστό.

Ο βασιλιάς Σεδεκίας ξέπεσε από τον θρόνο και ο γιος του Σαβώρ πολεμούσε ενάντια στους αντιπάλους του πατέρα του. Η Αγία Ειρήνη συνάντησε τότε τον Σαβώρ και το στρατό έξω απ' την πόλη Μαγεδών. Προσευχήθηκε και τυφλωθήκαν όλοι. Προσευχήθηκε πάλι και ξαναβρήκαν το φως τους. Αλλά αντί να πιστέψουν, οι αχάριστοι κάρφωσαν τις πτέρνες της Αγίας Ειρήνης και την ανάγκασαν με την βία να φύγει 3 μίλια μακριά κουβαλώντας ένα πολύ βαρύ σακί άμμο. Η γη σχίστηκε και μπήκαν μέσα της 10.000 άπιστοι. Με αυτά τα θαύματα πίστεψαν στον Χριστό 30.000 άνθρωποι που τα είδαν, αλλά ο βασιλιάς επέμεινε στην απιστία.

Όταν πέθανε ο βασιλιάς Σαβώρ, ελευθέρωσαν την Αγία Ειρήνη, της επέτρεψαν να κυκλοφορεί στην πόλη και η Αγία Ειρήνη έκανε πολλά θαύματα. Πήγε στον πύργο που ζούσαν ο πατέρας της με τον ιερέα Τιμόθεο. Με την διδασκαλία της Αγίας Ειρήνης πίστεψαν στον Χριστό 5.000 ειδωλολάτρες. Μαζί με αυτούς πίστεψαν και οι 33 φρουροί του πύργου του πατέρα της.
Μετά η Αγία Ειρήνη πήγε στην πόλη Καλλίνικο, όπου βασίλευε ο Νουμεριανός που ήταν συγγενής του πρώην βασιλέα. Παρουσιάστηκε σ' αυτόν και ομολόγησε την Χριστιανική της Πίστη. Αυτός έβαλε να ανάψουν φωτιά και να πυρώσουν 3 χάλκινα βόδια και έβαζαν την Αγία Ειρήνη πότε μέσα στο ένα βόδι και πότε στο άλλο για να την βασανίσουν. Το τρίτο χάλκινο βόδι, με τη Χάρη του Θεού, περπάτησε και σχίστηκε στη μέση και η Αγία Ειρήνη βγήκε έξω σώα και αβλαβής. Βλέποντας αυτό το θαύμα πίστεψαν στο Χριστό 100.000 Ειδωλολάτρες.

Όταν ο βασιλιάς Νουφεριανός επρόκειτο να πεθάνει διέταξε τον έπαρχο να βασανίσει την Αγία Ειρήνη. Ο έπαρχος έδεσε με αλυσίδες την Αγία Ειρήνη και την έβαλε πάνω σε μια φωτιά. Άγγελος Κυρίου ήρθε, έσβησε την φωτιά και προφύλαξε την Αγία Ειρήνη. Τότε πίστεψε ο έπαρχος στον Χριστό.

Η φήμη της Αγίας Ειρήνης έφτασε και στα αυτιά του Πέρση βασιλιά. Ο βασιλιάς Σαβώριος, σύγχρονος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διέταξε τον αποκεφαλισμό της Αγίας Ειρήνης. Την εκτέλεσαν και την έθαψαν. Αλλά ο Θεός έστειλε ένα Άγγελο και ανέστησε την Αγία Ειρήνη και την μακάρισε για το μαρτύριό της. Μακάρισε ο Άγγελος και όσους πίστεψαν στον Χριστό εξαιτίας της Αγίας Ειρήνης. Μακάρισε κι όσους μνημονεύουν το όνομά της, εορτάζοντάς την μνήμη της την ημέρα του μαρτυρίου της.

Αφού η Αγία Ειρήνη αναστήθηκε πήγε στην πόλη Μεσημβρία κρατώντας ένα κλαδί ελιάς και παρουσιάστηκε στον βασιλιά. Βλέποντας μπροστά του ζωντανή την Αγία Ειρήνη, ο βασιλιά πίστεψε στον Χριστό και βαπτίστηκε από τον ιερέα Τιμόθεο και μαζί του έγιναν χριστιανοί και πάρα πολλοί ακόμη. Πολλοί μάλιστα τιμούσαν την Αγία Ειρήνη ως Ισαπόστολο.

Η μνήμη της Αγίας Ειρήνης τιμάται στις 5 Μαΐου και έχει ονομαστεί Μεγαλομάρτυρας λόγω των πολλών βασανιστηρίων που υπέμεινε για την πίστη της. Η Αγία Ειρήνη είναι προστάτιδα της Αστυνομίας, όπως επίσης και ο Άγιος Αρτέμιος.


Απολυτίκιο της Αγίας Ειρήνης της Μεγαλομάρτυρος:

Ο Χριστός η ειρήνη σε Ειρήνην εκάλεσε, συ γαρ την ειρήνην βραβεύεις τοις τελούσι την μνήμην σου και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς προστρέχουσι τω θείω σου ναώ και πρεσβεύεις υπέρ πάντων τη Τρισηλίω παρισταμένη Θεότητι. Άπαντες ουν χαρμονικών την μνήμην αυτής τελέσωμεν, τον αντιδοξάσαντα αυτήν Χριστόν μεγαλύνοντες.
Κοντάκιο της Αγία Ειρήνης της Μεγαλομάρτυρος:

Την καλλιπάρθενον υμνήσωμεν πάντες, νύμφην Χριστού, εκ τών νεκρών αναστάσαν, ην ο Θεός εδόξασε σημείοις φρικτοίς, Είλκυσε γαρ πλήθος άπειρον, ασεβών εν τη πίστει, και θεόθεν έλαβε, την Χριστώνυμον κλήσιν, ο του Θεού γαρ Άγγελος ελθών, εκ Πηνελόπης Ειρήνην εκάλεσε.

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΩΜΑΣ

Το όνομά του στην αραμαϊκή γλώσσα «Τέομα» σημαίνει δίδυμος. Στο ιερό Ευαγγέλιο του δίδεται όντως η προσωνυμία «Δίδυμος» (Ιωάν.11,16). Οι αγιογραφικές πληροφορίες για το Θωμά είναι σχετικά λίγες και γι' αυτό έχουν εγερθεί κατά καιρούς αυθαίρετες ερμηνείες για το πρόσωπό του. Προσπάθησαν να εντοπίσουν τίνος δίδυμος αδελφός ή αδελφής υπήρξε. Κάποιοι τον ταυτίζουν με τον αναφερόμενο από τον Ματθαίο (13,55) αδελφόθεο Ιούδα. Μάλιστα οι πολέμιοι του Χριστού συγγραφείς υποστηρίζουν ότι αυτός υπήρξε δίδυμος αδελφός του Κυρίου, παρά τις αντίθετες μαρτυρίες των Ευαγγελίων, θέλοντας να πλήξουν την υπερφυσική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου! Αρχαία παράδοση, την οποία αποδέχεται η Εκκλησία μας ο Θωμάς ήταν δίδυμος αδελφός κάποιας Λυδίας ή Λυσίας. Κάποιοι άλλη παράδοση αναφέρει ότι ήταν δίδυμος αδελφός κάποιου Ελεάζαρου.
Ο Θωμάς καταγόταν από την Αντιόχεια, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των μαθητών, που ήταν Γαλιλαίοι (Ιωάν.21,2). Κλήθηκε από τον Κύριο να τον ακολουθήσει και αυτός υπάκουσε (Ματθ.10,3.Μάρκ.3,18.Λουκ.6,15). Γενικά υπήρξε από τους πιο αφοσιωμένους μαθητές, τον οποίο διέκρινε το θάρρος. Όταν οι άλλοι μαθητές προσπαθούσαν να αποτρέψουν το Χριστό να μεταβεί στη Βηθανία να αναστήσει το Λάζαρο, για το φόβο κακοποιήσεώς τους από τους φανατικούς Ιουδαίους, ο Θωμάς αψηφώντας τον κίνδυνο τους είπε: «άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ' αυτού» (Ιωάν.11,16). Ταυτόχρονα υπήρξε και σχετικά ορθολογιστής. Στο Μυστικό Δείπνο δε δίστασε να ρωτήσει τον Κύριο: «Κύριε, ουκ οίδαμεν που υπάγεις και πως δυνάμεθα την οδόν ειδέναι;» (Ιωάν.14,5). Επίσης ήταν και σκεπτικιστής και δύσπιστος. Για να πιστέψει στην Ανάσταση του Κυρίου ζήτησε να έχει απτή βεβαίωση, να ψηλαφίσει με τα ίδια του τα χέρια τις πληγές του διδασκάλου του. Μετά την ψηλάφηση ομολόγησε με ενθουσιασμό και αυθορμητισμό: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιωάν.20,28).
Αρχαία παράδοση αναφέρει ότι κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Περσία και την αχανή χώρα των Ινδιών. Ως τα σήμερα θεωρείται ο φωτιστής των χωρών αυτών. Το τέλος της ζωής του υπήρξε μαρτυρικό. Οι φανατικοί ειδωλολάτρες τον θανάτωσαν δια λογχισμού. Η μνήμη του εορτάζεται στις 6 Οκτωβρίου.
Στο όνομα του Θωμά έχουν διασωθεί τρία απόκρυφα κείμενα του 2ου μ. Χ. αιώνα. Πρόκειται αναμφίβολα για ψευδεπίγραφα κείμενα αρχαίων αιρετικών γνωστικών, οι οποίοι θέλοντας να δώσουν κύρος στις αιρετικές τους δοξασίες, τις απέδωσαν στον απόστολο Θωμά.

κ. ΛΑΜΠΡΟΣ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΣ - Θεολόγος - Καθηγητής

Ο Απόστολος Θωμάς ανήκε σε οικογένεια αλιέων και ήταν κατηριθμημένος στον χορό των δώδεκα Αποστόλων.
Είναι γνωστός κυρίως από το γεγονός ότι ζήτησε να δη και να ψηλαφήση τους τύπους των ήλων στα χέρια και την πλευράν του Χριστού.
Όπως είναι γνωστόν, ο Απόστολος Θωμάς απουσίαζε όταν ο Χριστός, μετά την Ανάστασή Του, επισκέφθηκε τους Μαθητές Του στο υπερώον όπου ήσαν συνηγμένοι. Όταν πληροφορήθηκε τα σχετικά με την επίσκεψη του Χριστού, εζήτησε να Τον δη και να ψηλαφίση τις πληγές του Σταυρού στα χέρια και την πλευρά Του.
Όταν, τελικά, πραγματοποιήθηκε η συνάντηση αυτή μετά από οκτώ ημέρες, ο Θωμάς Τον ομολόγησε Κύριο και Θεό Του.
Την Κυριακή της Αναστάσεως, στον Εσπερινό της Αγάπης, αναγινώσκεται στους Ιερούς Ναούς, και μάλιστα σε διάφορες γλώσσες, το Ευαγγελικό ανάγνωσμα, που αναφέρεται στην επίσκεψη του Χριστού στους Μαθητές Του, απόντος του Αποστόλου Θωμά.
Ο Απόστολος Θωμάς, μετά την Πεντηκοστή, κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πάρθους, τους Πέρσες, τους Μήδους και τους Ινδούς. Είχε μαρτυρικό τέλος. Κατ’ αρχάς ρίφθηκε στην φυλακή.
Ύστερα παραδόθηκε σε πέντε στρατιώτες, οι οποίοι τον ανέβασαν πάνω σε ένα όρος και τον εθανάτωσαν, αφού κατετρύπησαν το σώμα του με λόγχες.
Ο ιερός υμνογράφος, περιγράφοντας το μαρτυρικό τέλος του Αποστόλου Θωμά, και απευθυνομενος στον Χριστό, λέγει χαρακτηριστικά: “Ο Θωμάς, ο οποίος ζητούσε να βάλη το χέρι του στην πλευρά Σου, για σένα νύττεται την πλευράν του”.

Τα περιστατικά της ζωής του, κυρίως όσα έχουν σχέση με την πίστη του και με τον τρόπο με τον οποίον αυτή εκφράζεται, μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:

Πρώτον. Έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο Απόστολος Θωμάς ήταν άπιστος, επειδή ζήτησε να δη με τα μάτια του και να ψηλαφήση με τα χέρια του τον Αναστάντα Χριστό. Βέβαια, είπε τον γνωστόν εκείνο λόγο “εάν μη ίδω... ου μη πιστεύσω”, αλλ’ όμως δεν ήταν άπιστος με την έννοια που δίνουμε εμείς στην απιστία και δεν αμφέβαλε για την Ανάσταση του Χριστού.
Πληροφορήθηκε από τους άλλους Αποστόλους την Ανάσταση του Κυρίου, καθώς και την επίσκεψή Του “τών θυρών κεκλεισμένων”, ήθελε όμως να αποκτήση προσωπική εμπειρία του θαυμαστού αυτού γεγονότος. Ήθελε να έχη προσωπική συνάντηση με τον Αναστάντα Χριστό, να απολαύση την ευλογία της παρουσίας Του και να φθάση από την πίστη εξ ακοής στην πίστη εκ θεωρίας.
“Κατά την διδασκαλία των Πατέρων μας ο Θωμάς δεν ήταν άπιστος Απόστολος, όπως εμείς νομίζουμε και εννοούμε την απιστία, αλλά ήθελε να προχωρήση από την πίστη εξ ακοής στην πίστη εκ θεωρίας.
Η πίστη εξ ακοής είναι η πίστη που συνδέεται με τις πληροφορίες που μας δίνουν οι άλλοι. Οι Μαθητές διαβεβαίωναν τον Απόστολο Θωμά ότι είδαν τον Χριστό, όμως εκείνος δεν αρκέστηκε στην πίστη αυτή αλλά ήθελε να προχωρήση στην πίστη εκ θεωρίας, ήθελε να δη προσωπικά τον Χριστό.
Οπότε ο Χριστός τον άφησε μια ολόκληρη εβδομάδα να είναι κατηχούμενος και στην συνέχεια εμφανίσθηκε για να του δώση την πίστη εκ θεωρίας. Τότε ο Θωμάς είπε: «ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, Κηρύγματα Αυγούστου, "Εκκλησιαστική Παρέμβαση", τεύχος Ιουλίου - Αυγούστου 2003).
Το γεγονός ότι ο Απόστολος Θωμάς αρχικά απουσίαζε κατά την εμφάνιση του Χριστού στους Μαθητές Του, φαίνεται ότι ήταν οικονομία Θεού, για να γίνη πιστευτό το θαύμα της Αναστάσεως και να διαλυθή κάθε είδους αμφιβολία. Ο ιερός υμνογράφος θα αναφωνήση: “Ω καλή απιστία του Θωμά βεβαίαν πίστιν εγέννησεν”. Βέβαια, ο Χριστός είπε το “μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες”, αλλά αυτό αναφέρεται στην πίστη εξ ακοής, που είναι εισαγωγική πίστη και φυσικά απαραίτητη για να προχωρήση κανείς στην πίστη εκ θεωρίας που είναι εμπειρική πίστη, ήτοι προσωπική κοινωνία του ανθρώπου με τον προσωπικό Θεό της Εκκλησίας.

Δεύτερον. Ο Χριστός όταν επισκέφθηκε και πάλι τους Μαθητές Του μετά από οκτώ ημέρες, κάλεσε τον Απόστολο Θωμά να ψηλαφήση τα σημάδια των πληγών στο Σώμα Του.
Τότε ο Απόστολος Θωμάς Τον ανεγνώρισε και Τον ομολόγησε Κύριο και Θεό του.
Τον ανεγνώρισε από τις πληγές του Σταυρού, οι οποίες αποτελούν σημάδι της αγάπης Του, αλλά και της δυνάμεώς Του.
Την ομολογία του Θωμά οι άγιοι Πατέρες την ονομάζουν σωτήριο. Και πραγματικά οδηγεί στην σωτηρία όλους εκείνους που την απευθύνουν στον Χριστό εκζητώντας ταπεινά το έλεός Του.
Ένας Χριστός χωρίς τους τύπους των ήλων στο σώμα Του δεν είναι αληθινός Χριστός.
Ο Αντίχριστος θα ομοιάζη με τον Χριστό εξωτερικά, αλλά δεν θα έχη τα σημάδια του Σταυρού.
Κατά μία Πατερική ερμηνεία, τα αρχικά του αριθμού χ ξ στ' (666), που αναφέρεται στον αντίχριστο, σημαίνουν “χριστός ξένος σταυρού”.
Ο Χριστός αναγνωρίζεται από τα σημάδια των πληγών του Σταυρού. Αλλά και οι γνήσιοι Μαθητές του Χριστού αναγνωρίζονται και αυτοί από τα σημάδια του Σταυρού του Χριστού, που ο καθένας τους ηθελημένα σηκώνει.
Άλλωστε, δεν υπάρχει άνθρωπος σε αυτή την ζωή που να μη βαστάζη τον δικό του σταυρό. Και στην περίπτωση που αρνείται τον ελαφρύ Σταυρό του Χριστού, τότε σηκώνει τον βαρύ σταυρό της αμαρτίας.
Η πραγματική πίστη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αγάπη και τον πόνο.
Όποιος έχει βρη μέσα του τον Χριστό, δια της υπακοής στην Εκκλησία, αυτός Τον ομολογεί καθημερινά με την ζωή του και κυριολεκτικά λιώνει από την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον.


Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα